«Ο χειρουργός δεν επιτρέπει κανένα συναίσθημα την ώρα που κρατά το νυστέρι. Το ίδιο κάνουμε και εμείς οι καταδυόμενοι αρχαιολόγοι. Προσπαθούσα να μην αισθανθώ κάτι την ώρα που καθάριζα την περιοχή γύρω από τον ανθρώπινο σκελετό που βρήκαμε στα 50 μέτρα βάθος, ώστε να γίνει η ανακομιδή των οστών, 2.000 χρόνια μετά τη βύθιση του πλοίου των Αντικυθήρων.

Δεν χωρά συγκίνηση, μόνον απόλυτη συγκέντρωση και σεβασμός στην επιστήμη. Δεν επρόκειτο, άλλωστε, για επιφανειακό εύρημα, αλλά για αποτέλεσμα ανασκαφικής έρευνας σε τομή στον πυθμένα και χρειαζόταν τρομερή προσοχή, διότι τα ανθρώπινα υπολείμματα σε ναυάγια είναι σπανιότατα και τρομερά ευαίσθητα», λέει ο έμπειρος αρχαιολόγος της Εφορείας Εναλίων Αρχαιοτήτων Θεοτόκης Θεοδούλου.

«Ομως το βράδυ που έπεσα για ύπνο με τα οστά αυτού του αγνώστου στο δωμάτιό μου, τότε άρχισα να σκέφτομαι ποιος μπορεί να ήταν, πώς έχασε έτσι τη ζωή του, ότι μάλλον δεν πρόλαβε να βγει έξω και εγκλωβίστηκε στο αμπάρι στην πρύμνη του πλοίου. Ενιωσα σαν εμείς να είμαστε οι δικοί του άνθρωποι που τον μαζέψαμε από τη θάλασσα και βρήκαμε το σώμα του, που μας περίμενε στη μοναξιά του βυθού από το 70 π.Χ. Και τότε, πια, βίωσα τη συγκίνηση.

Δεν θα μάθουμε ποτέ το όνομά του. Ομως οι γενετικές και ανθρωπολογικές εξετάσεις μπορούν να μας πουν το φύλο, την ηλικία, τις διατροφικές συνήθειες και ενδεχομένως τη εργασία ανάλογα με τους μυς που χρησιμοποιούσε περισσότερο στη δουλειά του. Η πρώτη αίσθηση, χωρίς ακόμα να έχουμε κανένα τεκμήριο, είναι ότι πρόκειται για έναν νεαρό άνδρα».

Πώς έγινε

Σε έναν προμαχώνα του Κάστρου του Κούλε στο Ηράκλειο, ο Θεοτόκης Θεοδούλου, αρχαιολόγος της Εφορείας Εναλίων Αρχαιοτήτων στην Κρήτη, μας διηγείται πώς έγινε ο εντοπισμός του πιο σημαντικού ευρήματος της φετινής έρευνας στο ναυάγιο των Αντικυθήρων που συνεχίζεται από το 2012-13. Εχουν περάσει μόνο λίγες ημέρες από την τελευταία βουτιά στο αρχαίο σκαρί και προσπαθεί να κερδίσει ξανά τις δυνάμεις του από την εξαντλητική εργασία. Γεννημένος σε χωριό της Μόρφου στα Κατεχόμενα της Κύπρου το 1968, μεγαλωμένος στην Πάφο, ήρθε στην Αθήνα για σπουδές και τώρα είναι μόνιμα εγκατεστημένος στην Κρήτη. Ερευνά ναυάγια πάνω από 20 χρόνια, είναι μέλος της Εφορείας Εναλίων υπό την Αγγελική Σίμωσι και στενός συνεργάτης και φίλος του Μπρένταν Φόλεϊ, του Αμερικανού αρχαιολόγου που εκπροσωπεί το Woods Hole Institute της Μασαχουσέτης, με τον οποίον ηγούνται της ομάδας που ερευνά το ναυάγιο τα τελευταία χρόνια.

Μας λέει: «Τα ευρήματα σε οδηγούν κάθε φορά σε μια απόπειρα να κάνεις την πραγματογνωμοσύνη του πώς βυθίστηκε ένα πλοίο. Στα Αντικύθηρα πρέπει να είχαμε ένα σκαρί με μεγάλο φορτίο, περίπου 30 – 40 μέτρα μήκους, με ένα μεγάλο ιστίο και δύο κουπιά στην πρύμνη για να το τιμονεύουν. Πιθανολογούμε ότι ερχόταν από κάποιο λιμάνι των μικρασιατικών ακτών και κατευθυνόταν στη Ρώμη, γεμάτο έργα τέχνης και τεχνολογίας, πολύτιμα αντικείμενα προερχόμενα από τον αιγαιακό χώρο. Βρέθηκε βυθισμένο πολύ κοντά στα βράχια της βορειοανατολικής ακτής του νησιού, όπου προφανώς προσέκρουσε μετά από πολύ ισχυρούς ανέμους που επικρατούν συνήθως στην περιοχή. Το συμβάν πρέπει να έγινε πολύ γρήγορα, πιθανώς να ήταν νύχτα, και έτσι κάποιοι από το πλήρωμα ή από τους επιβάτες δεν πρόλαβαν να βγουν στο κατάστρωμα και καταπλακώθηκαν από το φορτίο. Αλλά και εκείνοι που έπεσαν στο νερό δεν ξέρουμε αν τα κατάφεραν. Ο Ομηρος διηγείται πώς το κύμα χτυπούσε με μανία τους συντρόφους του Οδυσσέα πάνω στα κοφτερά βράχια».

Οι Συμιακοί σφουγγαράδες που εντόπισαν τυχαία το ναυάγιο το 1900-1901 ανέσυραν δεκάδες γλυπτά, αντικείμενα πολυτελείας, τμήμα του μηχανισμού (που τότε κανείς δεν είχε ιδέα τι ήταν) και χρηστικά αντικείμενα. Το 1953, ο πλοίαρχος Κουστό πέρασε από το σημείο και κατευθυνόμενος από τους ντόπιους επανεντόπισε τη θέση του ναυαγίου. Επέστρεψε το 1976 όπου βρήκε μεταξύ άλλων και τμήματα από τέσσερις ανθρώπινους σκελετούς, ανάμεσα στους οποίους ήταν μάλλον και μία γυναίκα. Σήμερα θεωρείται ίσως το σπουδαιότερο αρχαίο ναυάγιο του κόσμου, όχι μόνον για το μοναδικό φορτίο του αλλά για το γεγονός ότι εκεί γεννήθηκε η επιστήμη της ενάλιας αρχαιολογίας.

Μολύβδινο αντίβαρο

«Εμείς την πρώτη ημέρα της κατάδυσης, που έγινε τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο, σκάβοντας βρήκαμε τον πέμπτο σκελετό, στον πυθμένα της ανασκαφικής τομής Δ΄, όπου εργαζόμαστε από το 2015. Ο εντοπισμός ενθουσίασε την ομάδα. Φροντίσαμε να ενημερωθούμε, ώστε να βγάλουμε οστά και κρανίο στην επιφάνεια χωρίς να επηρεάσουμε με σύγχρονο DNA το αρχαίο γενετικό υλικό. Πολύ κοντά του βρέθηκε τον περασμένο Μάιο ένα μολύβδινο αντίβαρο 100 κιλών που είτε χρησίμευε σε κάποιο γερανό του πλοίου είτε ήταν για αμυντική χρήση καθώς το πετούσαν από το άλμπουρο σε κάποιο εχθρικό πλοίο που πλησίαζε, όπως περιγράφει ο Θουκυδίδης. Αυτό μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι τα πιο βαριά αντικείμενα του πλοίου κύλησαν εκεί κατά τη βύθιση», λέει ο κ. Θεοδούλου. Σε λίγο καιρό το υπουργείο Πολιτισμού αναμένεται να δώσει ειδική άδεια στον Δανό ειδικό στο DNA Χάνες Σρέντερ να εξετάσει δείγμα του κρανίου με δόντια, ώστε να μάθουμε επιτέλους περισσότερα στοιχεία για την ταυτότητά του. Μέχρι στιγμής, πάντως, η ομάδα των αρχαιολόγων αποφάσισε να τον βαφτίσει «Πάμφιλο» – από το όνομα που βρέθηκε χαραγμένο σε μια κούπα από το ναυάγιο...»

Καθημερινή