Καταιγιστικές οι εξελίξεις γύρω από το τηλεοπτικό τοπίο το τελευταίο χρονικό διάστημα. Έχοντας ή όχι κανείς άμεση σχέση με τον χώρο της τηλεόρασης καλείται να υποστεί τις συνέπειες από τη «συρρίκνωση» του αριθμού των τηλεοπτικών μέσων επικοινωνίας εθνικής εμβέλειας. Οι επικείμενες αλλαγές επηρεάζουν άπαντες. Εργαζόμενους, ιδιοκτήτες τηλεοπτικών σταθμών, συνδεόμενες επιχειρήσεις, τηλεθεατές. «Ας είναι..» θα έλεγε ο θυμόσοφος λαός αν είναι «για καλό».  

Τι σημαίνει όμως «για καλό»? Για καλό της κυβέρνησης και κακό των εργαζομένων? Για καλό της αγοράς και κακό των επιχειρήσεων?  Ή μήπως για καλό της τηλεοπτικής «ολιγαρχίας» και κακό της συνταγματικώς κατοχυρωμένης πολυφωνίας? Απλά και ταυτόχρονα κρίσιμα ερωτήματα της κοινής γνώμης, τα οποία γεννούν με τη σειρά τους εύλογες απορίες νομικού, οικονομικού, κοινωνικού και πολιτικού περιεχομένου.

Γιατί 4 και όχι περισσότερες άδειες? Γιατί όχι η χορήγηση τους από το ΕΣΡ? Γιατί Επιτροπή «ασχέτων» και όχι ειδικών επί θεμάτων «πόθεν έσχες»? Γιατί οι εργαζόμενοι σε αγωνία και οι «καναλάρχες» σε αμφιβολία? Γιατί το ρίσκο της αναδρομικής ακύρωσης της διαγωνιστικής διαδικασίας?

Αυτές είναι ορισμένες από τις ερωτήσεις που κατακλύζουν κοινό και δημοσιογράφους τον τελευταίο καιρό.

Κι εκεί που περιμένει κανείς μιαν απόκριση, μιαν απάντηση ή έστω τη διάψευση ότι καταπατώνται κατά συρροή αρχές και δικαιώματα που θεμελιώνονται στον καταστατικό νόμο του Κράτους, έρχεται η πολιτική ηγεσία του αρμόδιου υπουργείου και επικαλείται πως ο αριθμός των τηλεοπτικών αδειών υπολογίστηκε με κριτήριο «το βάρος» που μπορεί να αντέξει η διαφημιστική αγορά. Κατά πόσο είναι νόμιμη η κρατική παρέμβαση σε μια αγορά, η οποία λειτουργεί με κανόνες αμιγώς ιδιωτικής οικονομίας, μοιάζει με ερώτημα δίχως απάντηση, άλλως ρητορικό.

Κι αν ο «βασικός μέτοχος» καλά κρατεί (κατά το αρχαίο μεν, επίκαιρο δε «κραταιοί»), «βασικός άτυχος» συνεχίζει να είναι η κοινή γνώμη. Και αυτό δεν το θέλει κάνεις! Η μήπως όχι?

Αντίστροφη μέτρηση για την απόφαση του ΣτΕ

Για την ιστορία να αναφερθεί ότι οι πρόσφατες αποφάσεις της Ολομέλειας του ΣτΕ (1901/2014 και 3914/2015) κρίνουν, με σαφήνεια και χωρίς κανένα περιθώριο για περί του αντιθέτου ερμηνεία, ότι η αρμοδιότητα της χορήγησης των τηλεοπτικών αδειών ανήκει στο Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης. Η Ανεξάρτητη αυτή Αρχή, σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Διοικητικού Δικαστηρίου, είναι ο συνταγματικώς κατοχυρωμένος πάροχος αδειών λειτουργίας στους ιδιωτικούς τηλεοπτικούς σταθμούς εθνικής, περιφερειακής και τοπικής εμβέλειας. Τόσο ξεκάθαρα. Η μήπως όχι?

Για πρώτη φορά στα χρονικά της σύγχρονης ελληνικής τηλεοπτικής πραγματικότητας το ΕΣΡ, παρά τη ρητή συνταγματική επιταγή του άρθρου 15, αδρανοποιείται. Τη θέση του παίρνει η κυβέρνηση, η οποία μοιράζει την «πίτα» και αν χρειαστεί παίζει και τον «Παππά». Ο ρόλος του ΣτΕ κρίσιμος παρά ποτέ. Σε λίγες ημέρες η διευρυμένη Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου καλείται να εξετάσει τη νομιμότητα του συνόλου της διαδικασίας δημοπράτησης των τηλεοπτικών αδειών, συμπεριλαμβανομένων των θεμάτων μεταβίβασης της αρμοδιότητας χορήγησης τηλεοπτικών αδειών στον Γενικό Γραμματέα Ενημέρωσης και Επικοινωνίας και των ειδικότερων ζητημάτων του διαγωνισμού.

Με την «άδεια» τους. Ή μήπως όχι?

Ο νόμος Παππά είναι πλέον γεγονός, όπως και ο διεξαχθείς διαγωνισμός δημοπράτησης των τηλεοπτικών αδειών. Αυτό που ακόμη δεν αποτελεί γεγονός είναι η τελική κρίση του αρμόδιου δικαιοδοτικού οργάνου και η «ετυμηγορία» του τηλεοπτικού κοινού. Γιατί ο κόσμος πρέπει να μιλήσει. Είναι ο άμεσος δέκτης κάθε πληροφορίας και βασικός δικαιούχος του δικαιώματος της πολυφωνίας.


Το σίγουρο είναι ότι το ΣτΕ οφείλει να μην αναιρέσει εαυτόν, οι εργαζόμενοι να διεκδικήσουν τα νόμιμα δικαιώματά τους, οι ιδιοκτήτες τηλεοπτικών σταθμών να προστατεύσουν τα «μέλη» της επαγγελματικής οικογενείας τους και η κυβέρνηση να ανακαλέσει διαδικασίες αντίθετες προς τους κανόνες της εθνικής έννομης τάξης.
Προς το παρόν, βάσει των όσων έχουν ήδη εξαγγελθεί από την κυβέρνηση, ορισμένα κανάλια πανελλαδικής εμβέλειας θα συνεχίσουν να λειτουργούν με την «άδεια» των αρμοδίων κυβερνητικών παραγόντων, ενώ στα υπόλοιπα θα πέσει «μαύρο». Η μήπως όχι? Αναμένουμε..

*Η Κωνσταντίνα Δημητρακοπούλου είναι Δικηγόρος Αθηνών, κάτοχος LLM του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και Πτυχιούχος Δημοσιογραφίας και Επικοινωνίας της σχολής «Εργαστήρι Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας». Από τον Νοέμβριο του 2015 επιμελείται δημοσιογραφικά, οργανώνει την παραγωγή και παρουσιάζει την νομική διαδικτυακή εκπομπή «Νόμος και Πράξη» στο Star WebTv.

Πηγή: www.timelink.gr