Η απότομη βύθιση της μετοχής της Deutsche Bank  έφερε στην επιφάνεια ξανά φόβους για μια νέα χρηματοοικονομική κρίση αντίστοιχη με αυτήν του 2008. Η Deutsche Bank έχει απωλέσει  φέτος το 50% της χρηματιστηριακής της αξίας ενώ μετράει απώλειες 30% από τις 9 Σεπτεμβρίου. Αιτία της πρόσφατης μεγάλης πτώσης ήταν ένα πρόστιμο $14.5 δις που επιβλήθηκε στην τράπεζα από το υπουργείο Δικαιοσύνης των Η.Π.Α. εσφαλμένες πωλήσεις  στεγαστικών ομολόγων πριν από δέκα χρόνια.

Τα προβλήματα της τράπεζας δεν ξεκίνησαν βέβαια με την επιβολή του προστίμου. Εδώ και αρκετούς μήνες η αγορά ανησυχεί για την πραγματική κατάσταση της τράπεζας. Το κομμάτι της επενδυτικής τραπεζικής, το οποίο παράγει το 85% περίπου των κερδών, βρίσκεται υπό πίεση τα τελευταία χρόνια καθώς οι νέοι κανονισμοί που επεβλήθησαν μετά την χρηματοοικονομική κρίση δυσκολεύουν σημαντικά την επίτευξη κερδοφορίας. Παρά τις προσπάθειες περιστολής κόστους, τα λειτουργικά κόστη της τράπεζας παραμένουν ακόμα αρκετά υψηλά. Επιπρόσθετα η πολιτική χαμηλών - αρνητικών επιτοκίων από την ΕΚΤ καθιστά αδύνατη την επανάληψη της υψηλής κερδοφορίας των παρελθόντων ετών.

Η σημασία της DB για την παγκόσμια οικονομία είναι τεράστια αφού το μέγεθος του ενεργητικού της ανέρχεται σε $2 τρις, αποτελεί δε βασικό παγκόσμιο παίκτη στην αγορά παραγώγων με μεγάλο κομμάτι των υποχρεώσεων της να βρίσκεται εκτός ισολογισμού.Μία πιθανή της κατάρρευση θα είχε συνέπειες μεγαλύτερες ακόμα και από αυτές που βιώσαμε με την κατάρρευση της Lehman Brothers.

Το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα αντιμετωπίζει σήμερα δύο ειδών προβλήματα : τις τράπεζες με μεγάλο αριθμό μη-εξυπηρετούμενων δανείων και τις τράπεζες με μεγάλη κρυφή έκθεση σε παράγωγα προϊόντα. Η πρώτη κατηγορία προβληματικών τραπεζών περιλαμβάνει κυρίως τις ιταλικές τράπεζες και δευτερευόντως τις ελληνικές. Το σύνολο των προβληματικών δανείων των ιταλικών τραπεζών υπολογίζεται σε λιγότερο από το 5% του ΑΕΠ και ως εκ τούτου θεωρείται αντιμετωπίσημο και σε κάθε περίπτωση δεν αποτελεί συστημικό κίνδυνο για την υπόλοιπη Ευρώπη. Στην δεύτερη κατηγορία βρίσκουμε μόνο δύο τράπεζες, οι οποίες έχουν υποχρεώσεις εκτός ισολογισμού που υπερβαίνουν το 25%   του συνολικού τους ενεργητικού. Και αυτές είναι η Deutsche Bank και η Credit Suisse. Το θετικό στην περίπτωση της DB είναι ότι παρά το μεγάλο μέγεθος του βιβλίου παραγώγων της, οι θέσεις της είναι αντισταθμισμένες.

Αξιοπρόσεκτο είναι το γεγονός ότι η DB αποτελεί την δεύτερη μεγάλη γερμανική εταιρεία που βρίσκεται στο στόχαστρο των αμερικανικών αρχών και απειλείται όχι μόνο η κερδοφορία της αλλά και η βιωσιμότητα της. Υπενθυμίζουμε ότι η πρώτη εταιρεία που δέχθηκε την αμερικανική επίθεση ήταν ο κολοσσός της γερμανικής αυτοκινητοβιομηχανίας, η Volkswagen. Εύλογα λοιπόν γεννάται το ερώτημα πόσο τυχαία είναι η αμερικανική επίθεση σε γερμανικές εταιρείες κολοσσούς. Μήπως πίσω της βρίσκεται μία ευρύτερη αντιπαράθεση μεταξύ Η.Π.Α. – Γερμανίας ; Αντιπαράθεση η οποία πιθανόν έχει τις αιτίες της στην ακολουθούμενη οικονομική πολιτική από την Γερμανία, η οποία είναι εστιασμένη στην συνεχή διεύρυνση των πλεονασμάτων στο εμπορικό της ισοζύγιο και στην υιοθέτηση μίας παρατεταμένης λιτότητας τόσο στο εσωτερικό της Γερμανίας όσο και την υπόλοιπη Ευρωπαϊκή Ένωση. Μην ξεχνάμε άλλωστε ότι αντίστοιχη πηγή αντιπαράθεση υφίσταται και με την Κίνα.

Παρόλα αυτά η κατάρρευση της DB, αν και φοβίζει τις αγορές δεν φαίνεται να αποτελεί πιθανό σενάριο. Είναι τέτοιο το μέγεθος και η σημασία της τράπεζας για την γερμανική οικονομία που θα καταβληθεί κάθε δυνατή προσπάθεια από την γερμανική κυβέρνηση για την διάσωση της. Το πρόβλημα που έχει να αντιμετωπίσει όμως η κυβέρνηση Μέρκελ είναι ότι μία κρατική διάσωση τράπεζας είναι ασυνεπής με την νέα νομοθεσία περί συστημικών τραπεζών που οι γερμανοί ουσιαστικά επέβαλλαν στην Ε.Ε. Η νομοθεσία αυτή προβλέπει την εκ των έσω διάσωση των τραπεζών, με κούρεμα πρώτα των ομολογιούχων δανειστών και έπειτα των καταθετών. Με ανοικτό ακόμα το θέμα της ανακεφαλαιοποίησης των ιταλικών τραπεζών θα είναι εξαιρετικά δύσκολο στην κυβέρνηση Μέρκελ να προβεί σε μία κρατική διάσωση γερμανικής τράπεζας και να απαιτήσει κατόπιν από τους ιταλούς αποταμιευτές να δεχθούν κουρέματα στις επενδύσεις τους.

Αν αφήσει όμως την κατάσταση να εκτραχυνθεί και χαθεί η εμπιστοσύνη προς το γερμανικό τραπεζικό σύστημα, η κατάρρευση μπορεί να επέλθει μοιραία και τότε οι πολιτικές συνέπειες θα είναι αναπόφευκτες. Φαίνεται πως στο λάκκο που έσκαψαν οι γερμανοί για τους καταθέτες των υπόλοιπων χωρών της ευρωζώνης κινδυνεύουν να πέσουν  μέσα πρώτοι.