Στην προοπτική ελάφρυνσης του ελληνικού χρέους έχει επενδύσει αποκλειστικά πλέον η κυβέρνηση τις ελπίδες της για επανεκίννηση της ελληνικής οικονομίας και αναστροφή του εις βάρους της εγχώριου πολιτικού κλίματος. Καθοριστικό ρόλο στις αποφάσεις για το ελληνικό χρέος είχε η πρόσφατη σύνοδος του ΔΝΤ στη Νέα Υόρκη. Δυστυχώς τα αποτελέσματα δεν είναι τα αναμενόμενα, αφού το ζήτημα του ελληνικού χρέους βρέθηκε για μία ακόμη φορά στην διελκυστίνδα μεταξύ ΔΝΤ και Γερμανίας.

Η άποψη που εκφράζει σταθερά το ΔΝΤ είναι ότι για να συμμετάσχει περαιτέρω με οικονομική συμβολή στο ελληνικό πρόγραμμα, θα πρέπει αυτό να είναι μακροπρόθεσμα βιώσιμο και το ελληνικό πρόγραμμα αξιόπιστο και εφαρμόσιμο. Διαπιστώνει δε ότι το ελληνικό χρέος δεν είναι εμφανέστατα βιώσιμο, η ελληνική οικονομία δε παραμένει προβληματική έως μη-επανορθώσιμη. Τα ζητούμενα πρωτογενή πλεονάσματα του 3.5% τα θεωρεί όνειρα θερινής νυκτός, το ίδιο και τους υψηλούς ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης. Οι οικονομολόγοι του ΔΝΤ πιστεύουν ότι παρά μία προσωρινή αποσυμπίεση στην ελληνική ανάπτυξη, ύψους 2.8% το 2017, είναι εξαιρετικά απίθανο να πετύχουμε ρυθμούς πάνω από 1.5% μεσοπρόθεσμα. Και υπό αυτές τις συνθήκες ο μοναδικός ρόλος που θα ήθελαν να έχουν στο ελληνικό πρόγραμμα είναι ο συμβουλευτικός.

Σκληρές διαπιστώσεις, αλλά αν μη τι άλλο ρεαλιστικές. Καθ’ όλη τη διάρκεια των μνημονίων το ΔΝΤ υπήρξε πάντοτε ο σκληρός και ενίοτε ο ακραίος διαπραγματευτής. Ζητούσε πάντοτε να ληφθούν μέτρα που να καλύπτουν το πιο ακραίο σενάριο ανεξάρτητα από τις συνέπειες που θα είχαν αυτά στην ελληνική κοινωνία. Για ένα πράγμα δεν μπορούμε όμως να το κατηγορήσουμε, ότι είναι ασυνεπές με τις καταστατικές του αρχές. Σε αντίθεση με τους άλλους δύο θεσμούς, οι οποίοι στο βωμό της διατήρησης πολιτικών ισορροπιών αναβάλλουν αποφάσεις και διαιωνίζουν τα προβλήματα. Η πρακτική αυτή άλλωστε αποτελεί και την βασική διαφορά νοοτροπίας μεταξύ αμερικής και ευρώπης. Οι αμερικάνοι είναι υπερ των άμεσων λύσεων, ανεξαρτήτως του βραχυπρόθεσμου πολιτικού κόστους, ενώ οι ευρωπαίοι τείνουν να αναβάλλουν τα δύσκολα  για αργότερα.

Στον αντίποδα των απόψεων του ΔΝΤ βρίσκεται η γερμανική άποψη, όπως αυτή εκφράζεται από τον γερμανό υπουργό οικονομικών κ. Σόιμπλε. Η άποψη των γερμανών είναι ότι το βασικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας είναι η ύπαρξη ανταγωνιστικότητας. Είναι αυτό που λέμε και εμείς οι έλληνες στις μεταξύ μας συζητήσεις, ότι δεν παράγουμε τίποτα στη χώρα μας. Το θέμα τους χρέους το θεωρεί δευτερεύων, αφού η βραχυπρόθεσμη εξυπηρέτηση του είναι διασφαλισμένη από τα μνημονιακά προγράμματα, ενώ η μακροπρόθεσμη εξυπηρέτηση του εξαρτάται από την δυνατότητα της ελληνικής οικονομίας να καταστεί ανταγωνιστική.   
 
Η ελληνική άποψη είναι ότι χρέος και ανάπτυξη συνιστούν ένα φαύλο κύκλο, ο οποίος πρέπει να σπάσει από κάποια πλευρά προκειμένου να υπάρξει λύση. Όσο υπάρχει αβεβαιότητα για την παραμονή της χώρας μας στην Ε.Ε., επενδύσεις δεν πρόκειται να έρθουν και ουσιαστική ανάπτυξη δεν πρόκειται να φανεί ποτέ.

 Όλες οι ανωτέρω απόψεις έχουν λογική βάση και σχέση με την πραγματικότητα. Το βασικότερο όμως ζήτημα για να πάρει μπροστά η οικονομία και να γίνουν επενδύσεις στη χώρα μας είναι η αξιοπιστία και συνέπεια του ελληνικού κράτους και της ελληνικής κυβέρνησης. Ας θυμηθούμε λίγο τις πρακτικές όλων των ελληνικών κυβερνήσεων στα μνημονιακά χρόνια. Υπογράφουμε το πρώτο μνημόνιο στο παρά ένα της λήξης υποχρεώσεων, το οποίο κανείς δεν διάβασε και προφανώς δεν διαπραγματεύτηκε.  Σε όλες ανεξαιρέτως τις αξιολογήσεις (πλην μίας επί κυβερνήσεως Σαμαρά) καθυστερούσαμε μέχρι την ύστατη στιγμή (όταν δηλαδή τελείωναν τα ταμειακά διαθέσιμα) και αφού φτάναμε στο αμήν τρέχαμε να ψηφίσουμε με την διαδικασία του κατεπείγοντος όλα τα προαπαιτούμενα. Η σημερινή μάλιστα κυβέρνηση προσπάθησε επανειλημμένα να χρησιμοποιήσει την τεχνική της πολιτικής λύσης, η οποία όμως δεν λειτούργησε, αφού οι κουτόφραγκοι  αποδεικνύονταν πιο έξυπνοι από εμάς. Μας  έλεγαν πάντα, βρείτε πρώτα με την τρόικα και εμείς εδώ είμαστε.   

Ποτέ δεν υπήρξε ένα συγκροτημένο ελληνικό σχέδιο, το οποίο να αποδεχτούν όλα τα πολιτικά κόμματα αλλά πρωτίστως  η ελληνική κοινωνία και να δουλέψουμε συστηματικά πάνω σε αυτό με συνέπεια, συνέχεια και αξιοπιστία. Η Ιρλανδία, η Κύπρος και η Πορτογαλία τα κατάφεραν. Εμείς ακόμα. Οι πολιτικές ποσοτικής χαλάρωσης από την ΕΚΤ, με τις οποίες έβρεξε κυριολεκτικά λεφτά , κοντεύουν στο τέλος τους και εμείς ακόμα κρατάμε ομπρέλα. Είναι καιρός να ξυπνήσουμε σαν έθνος και να ανασυγκροτήσουμε τη χώρα μας, ο χρόνος τελειώνει.