Το τραπεζικό σύστημα κάθε χώρας βρίσκεται σε στενή συσχέτιση με την εθνική της οικονομία αφού τροφοδοτεί και τροφοδοτείται συνεχώς από την πορεία της. Έτσι και το ελληνκό τραπεζικό σύστημα έπαιξε σημαντικό ρόλο στο εγχώριο αναπτυξιακό μοντέλο που ακολουθήθηκε τα τελευταία χρόνια και εν πολλοίς στις επιλογές του οφείλονται πολλές από τις στρεβλώσεις που εμφανίσθηκαν.

Η σύγχρονη περίοδος για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα άρχισε ουσιαστικά το 1987, οπότε με έναυσμα το πόρισμα της επιτροπής Καρατζά ξεκινάει μία φάση έντονου εκσυγχρονισμού και αναδιάρθρωσης. Η δεκαετία 1990-2000 κυριαρχείται από τάσεις  περιορισμού των κρατικών περιοριστικών ρυθμίσεων, απελευθερώνεται η κίνηση κεφαλαίων και παρατηρείται εκτεταμένη χρήση νέων τεχνολογιών. Το 1999 υιοθετείται η οδηγία 93/92/ΕΟΚ για τις επενδυτικές υπηρεσίες και μετασχηματίζονται οι ελληνικές τράπεζες σε τράπεζες γενικών συναλλαγών. Οι διαχωριστικές γραμμές μεταξύ εμπορικών και επενδυτικών τραπεζών δεν υφίστανται πλέον.

Την δεκαετία αυτή οι ελληνικές τράπεζες εστιάζουν στην ανάπτυξη της λιανικής τραπεζικής, η οποία παρουσιάζει υψηλά περιθώρια ανάπτυξης και κερδοφορίας, ενώ αναπτύσσουν νέα συστήματα αξιολόγησης και παροχής κινήτρων στους εργαζομένους τους. Παράλληλα πραγματοποιούν και τα πρώτα δειλά βήματα επέκτασης στις υπό ανάπτυξη βαλκανικές χώρες. Τα μεγέθη των ελληνικών τραπεζών αναπτύσσονται ραγδαία (τετραπλασιάζεται το ενεργητικό τους) όμως κινούνται μέσα σε ανεκτά όρια ασφαλείας.  Ενδεικτικά, ο λόγος χορηγήσεων προς καταθέσεων δεν ξεπερνά το 0.5 για το σύνολο του τραπεζικού συστήματος και καμμία από τις μεγάλες τράπεζες δεν υπερβαίνει το 0.74.

Με την ένταξη στη ζώνη του ευρώ το 2001, το ελληνικό τραπεζικό σύστημα προσαρμόζεται πλήρως στους κανόνες της ευρωπαϊκής αγοράς χρηματοοικονομικών υπηρεσιών. Παρά την πλήρη απελευθέρωση της αγοράς, η ελληνική τραπεζική αγορά συνεχίζει να χαρακτηρίζεται από υψηλό βαθμό συγκέντρωσης. Χαρακτηριστικό του υψηλού βαθμού συγκέντρωσης είναι το γεγονός ότι το 2004 είκοσι τέσσερις ξένες τράπεζες κατέχουν μόλις το 10% της εγχώριας αγοράς.

Οι κυρίαρχες τάσεις μετά το 2000 είναι οι μεγάλες επενδύσεις στην τεχνολογία με σκοπό τη μείωση του εργασιακού κόστους, η σημαντική επέκταση στα Βαλκάνια όπου παρουσιάζονται υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης και η περαιτέρω έμφαση στην εγχώρια στεγαστική και καταναλωτική πίστη οι οποίες παρουσιάζουν υψηλά περιθώρια κέρδους. Στρατηγική επιλογή θεωρείται επίσης και η χρηματοδότηση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων που αποτελούν την πλειοψηφία των ελληνικών επιχειρήσεων.

Την περίοδο 2000-2010 οι ελληνικές τράπεζες αναπτύσσονται με εντονότερους ρυθμούς από αυτούς της προηγούμενης περιόδου. Με τη βασική διαφορά όμως ότι ενώ την προηγούμενη περίοδο το σύστημα εκμεταλλευόταν υπάρχοντα περιθώρια ανάπτυξης , στηριζόμενο σε ένα συμπαγές σώμα καταθέσεων που υπερέβαιναν κατά πολύ τις χορηγήσεις, την υπό εξέταση περίοδο υπερβαίνει τα περιθώρια της ασφαλούς ανάπτυξης. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι ενώ στις αρχές της δεκαετίας 2000-2010 οι ελληνικές τράπεζες δάνειζαν 0,64 ευρώ για κάθε 1 ευρώ καταθέσεων που εισέρρεε σε αυτές, το 2010 δάνειζαν κατά μέσο όρο 1,17 ευρώ για κάθε 1 ευρώ καταθέσεων.

Η εξέλιξη αυτή μείωσε τα περιθώρια σφαλείας του τραπεζικού συστήματος και το έκανε ευάλωτο σε καταστάσεις κρίσεων. Ο υψηλός λόγος χορηγήσεων προς καταθέσεις ήταν το κοινό χαρακτηριστικό των περισσοτέρων χωρών που αντιμετώπισαν σημαντικά προβλήματα κατά τη διάρκεια της μεγάλης χρηματοοικονομικής κρίσης.  Η εξήγηση του φαινομένου είναι απλή και σχετίζεται με το γεγονός ότι ενώ οι χρηματοδοτήσεις τοποθετούνται κυρίως σε μεσομακροπρόθεσμο χρονικό διάστημα, οι περισσότερες καταθέσεις είναι πρώτης ζήτησης. Η διαφοροποίηση αυτή δημιουργεί σοβαρά ζητήματα ειδικού κινδύνου κατά τις περιπτώσεις χρηματοοικονομικών κρίσεων.

Η  ένταξη της Ελλάδας στην ευρωζώνη βρίσκει την ελληνική οικονομία με μεγάλες στρεβλώσεις. Χαρακτηρίζεται από χαμηλό βαθμό εξωστρέφειας, μικρή παραγωγική βάση, διογκωμένο ποσοστό αυτοαπασχολούμενων, οι οποίοι δραστηριοποιούνται στον τομέα παροχής υπηρεσιών, έλλειψη εξωστρεφούς αναπτυξιακού μοντέλου και μόνιμη ανάγκη χρηματοδότησης των ελλειμμάτων. Η εικόνα της ελληνικής πραγματικότητας συμπληρώνεται από το μεγάλο δημοσιονομικό έλλειμμα, την υψηλή κατανάλωση, το ελλειμματικό ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, τις βαριές γραφειοκρατικές δομές, την υψηλή φορολόγηση και άλλα χαρακτηριστικά.

Το ελληνικό τραπεζικό σύστημα ξεκινά τη νέα του λειτουργία χρηματοδοτώντας το υφιστάμενο αναπτυξιακό μοντέλο που βασίζεται στην κατανάλωση. Η συμπεριφορά αυτή ανατροφοδοτεί και διαιωνίζει μία στρέβλωση, επιβαρύνοντας διαρκώς την κρατική και τραπεζική κατάσταση. Έτσι χάνεται η ευκαιρία να δοθεί έμφαση σε χρηματοδοτήσεις καινοτόμων επενδύσεων με υγιή μακροχρόνια κερδοφορία και εξωστρεφή προσανατολισμό. Αντί γι’ αυτό επιλέχθηκε η τροφοδότηση της κατανάλωσης ως κινητήριας δύναμης και οι μόνες επενδύσεις που υλοποιήθηκαν είναι αυτές που είχαν σχέση με την μεταπώληση και διανομή των εισαγόμενων προϊόντων. Η διαδικασία αυτή διαμόρφωνε καταναλωτικά πρότυπα, καταναλωτική συνείδηση και επενδυτικές λογικές οι οποίες δεν ήταν σύμφωνες με την υγιή διεθνή επενδυτική πρακτική.

Αν το τραπεζικό σύστημα με τα παραπάνω χαρακτηριστικά το εντάξουμε  σε ένα εθνικό οικονομικό σύστημα το οποίο εμφανίζει εξαιρετικές στρεβλώσεις στην ανάπτυξη του, έχουμε ένα ιδιαίτερα επικίνδυνο μείγμα, ευάλωτο σε συνθήκες επιβράδυνσης ή ύφεσης. Το ελληνικό τραπεζικό σύστημα  απέτυχε να διαχειριστεί σωστά τον κίνδυνο που δημιουργήθηκε από την ίδια τη ραγδαία ανάπτυξη του. Η διαχείριση του κινδύνου όμως είναι μια από τις κύριες παραμέτρους της αποστολής μιας τράπεζας.  Και η κυκλικότητα είναι αναπόσπαστο χαρακτηριστικό της οικονομικής δυναμικής