Η ανανέωση της παραχώρησης της χρήσης των ενετικών νεωρίων στον Δήμο Χανίων από το Υπ.Πολιτισμού και οι αυστηροί όροι και προϋποθέσεις έχουν δημιουργήσει αρκετές επιφυλάξεις και προβληματισμούς, για το εάν θα γίνει δυνατό να εκπληρωθούν αυτοί οι όροι.

Στο πλαίσιο ενός γενικότερου διαλόγου που ήδη έχει ξεκινήσει στην Χανιώτικη κοινωνία, ο αρχαιολόγος Μιχάλης Ανδριανάκης, ο οποίος για πολλά χρόνια ασχολήθηκε με το θέμα ως διευθυντής της Εφορείας Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών μνημείων , καθώς και ως πρόεδρος της επιστημονικής επιτροπής για την ανάδειξη των οχυρώσεων Κρήτης, με δημόσια παρέμβασή του σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης καταθέτει τους προβληματισμούς και το κυριότερο συγκεκριμένες προτάσεις.

Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά:

«...δεν πρέπει να επαναληφθούν λάθη ήδη από τη δεκαετία του 1980 από διαδοχικές δημοτικές αρχές. Επί χρόνια προβάλλεται το θέμα της παραχώρησης της χρήσης του μνημείου στο Δήμο και των χρήσεων, που θα πάρει. Σχετικές με τις χρήσεις είναι και όλες οι μελέτες, που έχουν συνταχθεί μέχρι σήμερα και διακρίνονται για μια προχειρότητα, καθώς και από τη λογική του κατακερματισμού (άνευ λόγου) ενός μνημείου ενιαίας έκτασης 3500 τ.μ. στεγασμένου χώρου. Από τη μια η επιμονή των δημοτικών αρχών να πάρουν κάπως σαν λάφυρο ένα ερειπωμένο μνημείο, προκειμένου είτε να το χρησιμοποιήσουν πρόχειρα και σε-αταίριαστες πολλές φορές- χρήσεις ή απλά να λένε "έχουμε τη χρήση του μνημείου".

Ουδείς ασχολήθηκε με τη σύνταξη μιας σοβαρής Μελέτης αποκατάστασης, προκειμένου να αναζητηθούν με σοβαρότητα τα απαιτούμενα κονδύλια από τα Ευρωπαϊκά Προγράμματα, που έτρεχαν όλα αυτά τα χρόνια. Συχνές ήταν οι διαμαρτυρίες και οι κατηγορίες εναντίον του Υπουργείου Πολιτισμού και της τοπικής Υπηρεσίας, χωρίς όμως η εκάστοτε δημοτική αρχή να φροντίζει να τηρήσει τις δεσμεύσεις της, που ήταν η εξεύρεση χώρου για την εκκένωση των νεωρίων και την εξεύρεση πόρων. Έφτανε το χαρτί της παραχώρησης μέχρι να λήξει και να αρχίσουν νέοι αγώνες για "ένα άδειο πουκάμισο"...

Από την πλευρά της η Αρχαιολογική Υπηρεσία φώναζε για την ανάγκη να προηγηθεί η σύνταξη της μελέτης αποκατάστασης και κάποιες προσπάθειες ξεκίνησαν από την πλευρά της κεντρικής Υπηρεσίας του ΥΠΠΟ, που ωστόσο για διάφορους λόγους δεν ολοκληρώθηκαν. Το 2009 πάρθηκαν με την εισήγησή μου από την Επιστημονική Επιτροπή της Προγραμματικής Σύμβασης για την Παλιά Πόλη ορισμένες σοβαρές αποφάσεις, δεσμευτικές και για τη χρήση των νεωρίων (ενός καταρχήν μνημείου) και ως προς τη δρομολόγηση της διαδικασίας αποκατάστασης και χρήσης. Έτσι διαχωρίστηκε το θέμα της αποκατάστασης του κελύφους με τη σύνταξη μιας αρχιτεκτονικής και μιας στατικής μελέτης. Με την έγκρισή τους θα μπορούσε να ξεκινήσει άμεσα το έργο της αποκατάστασης και στη διάρκειά του (όχι μικρότερη από τρία χρόνια) θα υπήρχε η δυνατότητα σύνταξης και των απαραίτητων επιμέρους μελετών (Τζαμαρίες όψης, ηλεκτρομηχανολογική μελέτη, κλπ), που θα εφαρμοζόταν με τη σειρά τους. 

Η αρχιτεκτονική μελέτη συντάχθηκε από το επιστημονικό προσωπικό της Εφορείας, στο πλαίσιο και των άλλων καθηκόντων τους. Απομένει η ανάθεση από το Δήμο μιας στατικής Μελέτης, προκειμένου να προχωρήσει η έγκριση από το ΚΑΣ και να ανοίξει η δυνατότητα ένταξης του έργου σε κάποια πηγή χρηματοδότησης, όπως έγινε τα τελευταία χρόνια με πολλά μνημεία της Κρήτης. Αυτό μπορεί να γίνει εύκολα με τη διαδικασία της αυτεπιστασίας με Προγραμματική Σύμβαση μεταξύ Δήμου και Εφορείας. Οι διαδικασίες θα ήταν άμεσες, ο έλεγχος της ποιότητας του έργου δεδομένος και το κόστος της αποκατάστασης σαφώς χαμηλότερο, παράλληλα με την απασχόληση ανέργων.

Αυτό δοκιμάστηκε επί δημαρχίας Βιρβιδάκη, όταν με τη μέθοδο αυτή αποκαταστάθηκε μια σειρά από μνημεία της παλιάς πόλης. Μέσα από μια σχετικά μικρή Προγραμματική Σύμβαση στο πλαίσιο του Προγράμματος "Θησέας" έγιναν σοβαρές και δύσκολες επεμβάσεις στο μνημείο, όπως η αποκατάσταση μιας τρύπας 140 τ.μ. στην καμάρα ενός νεωρίου, που είχε προκληθεί από το βομβαρδισμό του 1941 και η άρση της επικινδυνότητας μετά το σεισμό του 2005. Οι εργασίες συνεχίστηκαν και επί δημαρχίας Σκουλάκη.

Αυτή η δοκιμασμένη, έγκυρη και οικονομική διαδικασία, έχει προταθεί και τώρα στο Δήμο Χανίων, αντί να εμπλακεί σε χρονοβόρες και δαπανηρές, αμφίβολης αποτελεσματικότητας, όπως είδαμε μέχρι σήμερα και σε άλλες περιπτώσεις. Παράλληλα μπορεί να ανατεθούν με τις προβλεπόμενες διαδικασίες οι υπόλοιπες αρχιτεκτονικές και άλλες μελέτες, που αφορούν στις χρήσεις και τη λειτουργία του μνημείου.

Και πολλές συζητήσεις για τη χρήση (όχι όσον αφορά στις αρχιτεκτονικές λύσεις, αυτές λύνονται με ένα διαγωνισμό αντάξιο του μνημείου), μάλλον δεν ωφελούν, αφού ήδη έχουν παρθεί με τον πιο επίσημο τρόπο οι σχετικές αποφάσεις. Αυτά, αν δεν θέλουμε να ξαναλέμε τα ίδια και τα ίδια και να καταριόμαστε την κακή μας τύχη και τα επόμενα χρόνια....»