«Με την ενσωμάτωση της κοινοτικής οδηγίας, η κυβέρνηση δίνει χώρο στις μεγάλες επιχειρηματικές δράσεις στα εναλλακτικά καύσιμα», τόνισε ο βουλευτής του ΚΚΕ, Μανώλης Συντυχάκης, αναφερόμενος στο νομοσχέδιο «για την ανάπτυξη υποδομών εναλλακτικών καυσίμων και μεταφορών, απλοποίηση διαδικασίας αδειοδότησης και άλλες διατάξεις», που συζητείται στην αρμόδια Επιτροπή της Βουλής.

Κορμός του νομοσχεδίου, το οποίο συγκαταλέγεται στα προαπαιτούμενα της δεύτερης «αξιολόγησης», είναι η εναρμόνιση της ελληνικής νομοθεσίας με την Οδηγία 2014/99 της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για την «ανάπτυξη υποδομών εναλλακτικών καυσίμων», όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση του νομοσχεδίου, σε όλα τα κράτη-μέλη της ΕΕ.

Το νομοσχέδιο είναι ενταγμένο στην προώθηση των σχεδιασμών της εγχώριας αστικής τάξης για την ανάδειξη της Ελλάδας σε ενεργειακό και διαμετακομιστικό κόμβο στη ΝΑ Μεσόγειο και στην προάσπιση της ενεργειακής ασφάλειας των μονοπωλίων της ΕΕ. Έτσι, προβλέπεται η υποχρέωση της ελληνικής κυβέρνησης να θεσπίσει «Εθνικό Πλαίσιο Πολιτικής» με επιδοτήσεις και φοροαπαλλαγές για τους μονοπωλιακούς ομίλους που θα επενδύσουν και θα αναπτύξουν υποδομές σε εναλλακτικές μορφές καυσίμων όπως το υγραέριο (LPG), το πεπιεσμένο φυσικό αέριο (CNG), το υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG) και την ηλεκτρική ενέργεια.

Ο Μανώλης Συντυχάκης αναφέρθηκε στην επιδίωξη της γεωστρατηγικής αναβάθμισης της αστικής τάξης που εξυπηρετείται και από το συγκεκριμένο νομοσχέδιο. «Ζημιωμένος βέβαια από αυτή την ιστορία είναι ο ίδιος ο λαός, ο οποίος θα κληθεί να ακριβοπληρώσει ξανά και ξανά και αυτές τις εναλλακτικές μορφές Ενέργειας στο βωμό της ακόρεστης δίψας μονοπωλιακών ομίλων για κέρδη», είπε. Επίσης σημείωσε ότι αυτές οι ευρωενωσιακές οδηγίες εξυπηρετούν τον ανελέητο ανταγωνισμό ιμπεριαλιστικών κέντρων και μονοπωλιακών ομίλων για τον έλεγχο των ενεργειακών αγορών.

Το ΚΚΕ θα καταψηφίσει τα σχετικά άρθρα. Σχετικά με τα άρθρα για την απλοποίηση της διαδικασίας χορήγησης των αδειών πρατηρίων καυσίμων, ο Μανώλης Συντυχάκης διευκρίνισε ότι η διαφωνία του ΚΚΕ εστιάζεται στο γεγονός ότι γίνεται ένα ακόμα βήμα μεταφοράς των αρμοδιοτήτων ελέγχου σε ιδιώτες.