Η χθεσινή αναφορά της στήλης στην έκθεση της PwC που έδειξε πως το όφελος της ελληνικής οικονομίας θα είναι ίσο με τρεις ΕΝΦΙΑ, αν το ποσοστό των νέων εκτός εκπαίδευσης, κατάρτισης ή εργασίας φτάσει σε αυτό των προηγμένων χωρών του ΟΟΣΑ, δεν αποτελεί τον μοναδικό τομέα στον οποίο πρέπει να εκσυγχρονιστούμε φτάνοντας στα επίπεδα των προηγμένων χωρών, είναι ίσως όμως ο πλέον κρίσιμος γιατί αφορά τους νέους ανθρώπους. Ο επίλογος που παρουσίαζε ότι «οι τρεις πρώτες θέσεις της κατάταξης Γερμανία, Αυστρία και Ελβετία, είναι χώρες που έχουν διαμορφώσει περιβάλλον που ευνοεί την πρόσληψη νέων ανθρώπων, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει ότι αμείβονται λιγότερο και απολύονται ευκολότερα. Κι όμως, παρά τις «ανάλγητες» αυτές πρακτικές ο μέσος μισθός των εργαζόμενων στις χώρες αυτές είναι από τους υψηλότερους παγκοσμίως…» αποτελεί την απόδειξη ότι ο γιαλός δεν είναι στραβός. Το κράτος που εδώ και διακόσια χρόνια φτιάξαμε, στραβά αρμενίζει. Και επειδή το καράβι κινδυνεύει να τσακιστεί χωρίς τη φορά αυτή να υπάρξει Ναβαρίνο, καιρός είναι να σοβαρευτούμε.

Αντίθετα με τις αντικειμενικές δυνατότητες της πατρίδας μας, τα πραγματικά δεδομένα της δεν θα μπορούσαν να είναι χειρότερα. Ενώ ο Έλληνας έχει το εμπόριο, την ευελιξία και την καινοτομία στο αίμα του, έχει τα τελευταία χρόνια παραδοθεί σε μια κατατονική κατάσταση παραδοχής, σε συνδυασμό με ολοένα και αραιότερα ξεσπάσματα οργής κατά δικαίων και αδίκων. Κανένας και ποτέ, πολίτης ή πολιτικός δεν δέχτηκε να συζητήσει το παραμικρό σχέδιο για την επίλυση των προβλημάτων μας, με μοναδικό αποτέλεσμα την διαρκή διολίσθηση εισοδημάτων και αλματώδη άνοδο της ανεργίας. Χρειάστηκαν επτά χρόνια για να ακουστεί το αυτονόητο «πως στις χώρες όπου εφαρμόστηκαν ανάλογα προγράμματα με εκείνο της Ελλάδας ο σκοπός δεν είναι να μειώσουν τα εργασιακά δικαιώματα όσων έχουν ήδη απασχόληση, αλλά να αυξήσουν τις δυνατότητες απασχόλησης και αυτών που δεν έχουν δουλειά». Εδώ και επτά χρόνια συνεχίζουμε να βγάζουμε στη σύνταξη ανθρώπους σε παραγωγική ηλικία, παριστάνοντας πως έτσι «μειώνουμε» τον δημόσιο τομέα. 

Η πάγια μομφή των δήθεν «προοδευτικών» πλην βαθιά συντηρητικών είναι πως «θέλουν να μας δώσουν μισθούς και συντάξεις Βουλγαρίας». Το αποτέλεσμα των πολιτικών που εφαρμόστηκαν είναι τα μορφωμένα νέα παιδιά να παλεύουν (πραγματικά, όχι σαν τους «αγώνες» του πολιτικοσυνδικαλιστικού συστήματος), άλλα για 2 ευρώ την ώρα, άλλα για 400 το μήνα (μαύρα εννοείται) και άλλα απογοητευμένα να παίρνουν των αματιών τους φεύγοντας από τη χώρα. Όποιος πιστεύει πως χωρίς ριζικές ανατροπές η χώρα μπορεί να ορθοποδήσει ξανά αυταπατάται, ακριβώς όπως παραδέχτηκε και ο πρωθυπουργός. Οι χώρες που έχουν μεγάλους μισθούς και συντάξεις, καλό σύστημα υγείας και λειτουργική παιδεία κάτι κάνουν. Στην πατρίδα μας οι πονηροί μας έχουν πείσει πως «αυτά εδώ δεν γίνονται». Αν όμως δεν αντιγράψουμε τις καλές πρακτικές των προηγμένων χωρών, καλύτερες μέρες ας μην περιμένουμε.

Κώστας Ν. Πολυχρονάκης
Director of Operations