Οι ελπίδες για ένα γρήγορο κλείσιμο της δεύτερης αξιολόγησης και μαζί της η επιτάχυνση των θετικών συνεπειών που θα είχε στην ελληνική οικονομία, εξατμίζονται σιγά σιγά και τα αρνητικά σενάρια έρχονται ξανά στην επιφάνεια. Φαίνεται πως η ελληνική κυβέρνηση δεν έμαθε ακόμη το μάθημα της και συνεχίζει να επαναλαμβάνει τα ίδια σφάλματα. Και ποιό είναι το μάθημα ; Μα πολύ απλά το γεγονός ότι κάθε καθυστέρηση στις διαπραγματεύσεις με τους δανειστές κοστίζει μερικά δις ευρώ πρόσθετα μέτρα στην πλάτη του ελληνικού λαού.

Βέβαια για να είμαστε  απόλυτα δίκαιοι με την ελληνική κυβέρνηση, οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι στην παρούσα φάση η καθυστέρηση της δεύτερης αξιολόγησης δεν σχετίζεται μόνο με την καθυστέρηση αλλαγής χρώματος των δικών μας κόκκινων γραμμών, αλλά με την ανατροπή σκηνικού στην διεθή πολιτική σκακιέρα. Ειδικότερα, η εκλογή Τραμπ  στην προεδρία των Η.Π.Α. σηματοδοτεί μία τεράστια αλλαγή στην διεθνή παρουσία των Η.Π.Α. και στην εμπλοκή τους στα διάφορα ζητήματα εκτός Η.Π.Α.

Είναι σε όλους γνωστό ότι ο βασικός μέτοχος του ΔΝΤ είναι οι Η.Π.Α. και ότι επηρεάζουν, για να μην πούμε καθορίζουν, σε μεγάλο βαθμό τις αποφάσεις του. Δεν ήταν άλλωστε λίγες οι παρεμβάσεις των αμερικανών στο ελληνικό πρόβλημα  επί προεδρίας Ομπάμα, παρεμβάσεις που γίνονταν σε κρίσιμα σημεία και υπήρξαν  καθοριστικές στην θετική έκβαση. Η αλλαγή πολιτικής υπό την προεδρία Τραμπ συνεπάγεται πιθανότατα την απεμπλοκή των Η.Π.Α. από παρεμβάσεις στην ευρωπαϊκή ήπειρο, κατευθύνοντας αντίστοιχα και το ΔΝΤ να υιοθετήσει παρόμοια στάση. 

Έχοντας αυτό κατά νου ο γερμανός υπουργός οικονομικών σπεύδει να δηλώσει ότι η Ευρώπη μπορεί και μόνη της, χωρίς την βοήθεια του ΔΝΤ, να αντιμετωπίσει τα εσωτερικά της προβλήματα. Ουσιαστικά προετοιμάζει, ενόψει των φθινοπωρινών εκλογών, την γερμανική κοινή γνώμη αλλά και το γερμανικό κοινοβούλιο για το σενάριο συνέχισης του ελληνικού προγράμματος χωρίς την συμμετοχή του ΔΝΤ.  Η συμμετοχή του ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για την ψήφιση του από τη γερμανική βουλή και παρείχε το απαραίτητο άλλωθι απέναντι στους γερμανούς πολίτες αφού είναι γνωστό ότι το ΔΝΤ δεν συμμετέχει σε μη βιώσιμα προγράμματα. Άρα η συμμετοχή του ΔΝΤ λειτουργεί ως εγγυητής για την υλοποίηση ενός βιώσιμου προγράμματος και περαιτέρω για την αποπληρωμή των δανειστών.

Έτσι όλες οι προειδοποιήσεις του κ. Σόϊμπλε προς την Ελλάδα, ότι σε περίπτωση αποχώρησης του ΔΝΤ, θα απαιτηθεί νέο, σκληρότερο πρόγραμμα, σκοπό έχουν  να καθησυχάσουν  τους γερμανούς πολίτες και να διαφυλάξει το κύρος του. Σε καμμία περίπτωση δεν επιθυμεί να εκληφθεί η αποχώρηση του ΔΝΤ ως χαλάρωση των δανειακών απαιτήσεων προς την Ελλάδα ή ακύρωση των δεσμεύσεων της προς τους δανειστές. Την Ελλάδα που αποτελεί τον κακό μαθητή της Ε.Ε. και δεν θα έπρεπε να επιβραβευθεί με χαλάρωμα των λουριών αλλά με περαιτέρω αυστηρότητα. 

Μέχρι να ξεκαθαρίσουν οι προθέσεις της άλλης πλευράς του Ατλαντικού είναι δύσκολο να προχωρήσει το κλείσιμο της δεύτερης αξιολόγησης. Οι ευθύνες  της ελληνικής κυβέρνησης λοιπόν δεν βρίσκονται στο ότι δεν κατάλαβε έγκαιρα την αλλαγή στο διεθνές πολιτικό γίγνεσθαι, αλλά στο ότι δεν έχει ακόμη κατανοήσει ότι όσο γρηγορότερα υλοποιήσουμε τα συμφωνηθέντα, τόσο γρηγορότερα θα απεμπλακούμε από τη διεθνή επιτροπεία. Συνεχίζουμε συστηματικά τις καθυστερήσεις και τις κωλυσιεργίες και τρέχουμε την τελευταία στιγμή να μαζέψουμε τα ασυμμάζευτα. Συνήθως η στιγμή αυτή σχετίζεται με το χρόνο που τελειώνουν τα κρατικά χρηματικά διαθέσιμα.  Κινδυνεύουμε να τελειώσει στην Ευρώπη η ποσοτική χαλάρωση και εμείς ακόμα να περιμένουμε.

Σε κάθε περίπτωση το πρόβλημα για τη χώρα μας παραμένει τεράστιο. Όσο και αν προσπαθήσουν να μας πείσουν ότι τι ΔΝΤ δεν έφυγε αλλά εμείς το διώξαμε (κάτι αντίστοιχο με την συμφωνία απομάκρυνσης των αμερικανικών βάσεων το 1982), η οικονομική πορεία της χώρας κινείται ξανά προς αδιέξοδο. Ξένες επενδύσεις δεν έρχονται, ενω ο ιδιωτικός τομέας τελεί υπό διωγμό και απειλείται με πλήρη εξαφάνιση.  Τα αδιέξοδα αυτά σύντομα θα οδηγήσουν σε πολιτικές εξελίξεις, όπως άλλωστε συνέβει επανειλημμένα στο παρελθόν. Καμμία μνημονιακή κυβέρνηση δεν κράτησε περισσότερο από 2-2.5 χρόνια. Ας ελπίσουμε ότι το σχήμα που θα προκύψει την επόμενη μέρα να είναι πλέον ώριμο να υλοποιήσει τις απαιτούμενες μεταρρυθμίσεις, χωρίς ιδεοληψίες, και να δημιουργήσει ένα κλίμα εμπιστοσύνης και σταθερότητας για την ελληνική οικονομία.