Εκκληση ευθύνης προς τα πολιτικά κόμματα να στείλουν στους πολίτες «μήνυμα ευστάθειας και ασφάλειας του ελληνικού τραπεζικού συστήματος» απηύθυνε χθες από τη Βουλή ο υπουργός Οικονομικών Ευάγγ. Βενιζέλος, στο τέλος μιας μακρόσυρτης κοινοβουλευτικής μέρας, όπου περίσσεψαν η ένταση και οι υψηλοί τόνοι.

Σύμφωνα με την "Ημερησία", η απόφαση του υπουργού να καλύψει αναδρομικά τη στήριξη της τράπεζας Proton Bank μέσω κρατικών διαθεσίμων, παρακάμπτοντας το κριτήριο της φερεγγυότητας που όριζε νόμος του 1997, προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων στην αντιπολίτευση, η οποία, με εξαίρεση το ΛΑΟΣ, έκανε λόγο για σκανδαλώδη επιλογή και αξίωσε επιτακτικά εξηγήσεις.

Ωστόσο, ο κ. Βενιζέλος παρατήρησε στους επικριτές του -έστω κι αν έλαβε διακριτικές αποστάσεις από τον προκάτοχό του, με τη φράση «έτσι τα βρήκα εγώ»- ότι «η συγκεκριμένη μικρή τράπεζα, με καταθέσεις 1,8 δισ. ευρώ, έχει ενισχυθεί τα τελευταία χρόνια με 300 εκατ. ευρώ από το ελληνικό δημόσιο με προνομιούχες μετοχές, ειδικά ομόλογα και εγγυήσεις στην ΕΚΤ».

Το ελληνικό δημόσιο, όπως εξήγησε, είναι από το 2008 προνομιούχος μέτοχος της Proton και έχει στρατηγικά χρηματοοικονομικά συμφέροντα διότι έχει επενδύσει πολλά χρήματα, αλλά έχει και θεσμικά συμφέροντα, στο όνομα της ευστάθειας του τραπεζικού συστήματος.

Σχέδιο

Ο υπουργός Οικονομικών απέδωσε εμμέσως το θόρυβο σε «οργανωμένο σχέδιο» αποσταθεροποίησης του εγχώριου τραπεζικού τομέα, αλλά και στις «σχέσεις ορισμένων μέσων ενημέρωσης με τις τράπεζες», και επισήμανε ότι «δεν υπάρχει καμιά κανονιστική πράξη η οποία να λέει δεσμευτικά ότι υπάρχει ένα όριο στην τοποθέτηση των διαθεσίμων, όπως αυτό που επικαλέστηκαν ο τμηματάρχης και ο διευθυντής της αρμόδιας διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου».

Επανέλαβε, δε, ότι το ελληνικό τραπεζικό σύστημα είναι το ασφαλέστερο στην Ευρώπη και υπογράμμισε, συνοψίζοντας την ανάγκη περιφρούρησής του, «είναι η πρώτη φορά, μετά το 2008 και αφού έχουμε χάσει από τις τράπεζές μας περισσότερα από 70 δισ. ευρώ καταθέσεων, που αρχίζει δειλά δειλά η αντίστροφη πορεία και αρχίζουν οι καταθέτες να επιστρέφουν στις ελληνικές τράπεζες».