Σε θρίλερ με αβέβαιη έκβαση εξελίσσεται ξανά η δεύτερη αξιολόγηση του ελληνικού προγράμματος. Μία αξιολόγηση που θα έπρεπε να είχε κλείσει από το φθινόπωρο του 2016 και που όσο καθυστερεί επαναφέρει στο προσκήνιο τα χειρότερα σενάρια περί Grexit, δραχμής κτλ. Γιατί είναι όμως τόσο κρίσιμη η συγκεκριμένη αξιολόγηση για τη χώρα μας ;

Οι λόγοι είναι πολλοί και έχουν να κάνουν τόσο με τα άμεσα ελληνικά συμφέροντα όσο και με τις νέες ισορροπίες που διαμορφώνονται πλέον στο διεθνές σκηνικό. Ειδικότερα, η Ελλάδα εκτελεί το τρίτο πρόγραμμα στήριξης ή αλλιώς το τρίτο μνημόνιο, το οποίο τελειώνει τον ερχόμενο Αύγουστο. Η επιτυχής ολοκλήρωση του τρίτου μνημονίου θα πρέπει να σηματοδοτήσει την έξοδο της χώρας μας ξανά στις αγορές. Για να επιτευχθεί αυτό, θα πρέπει το πρόγραμμα να εξελιχθεί ομαλά ώστε να επιτρέψει μία δοκιμαστική επαφή μας με τις αγορές εντός του 2017. Κάτι αντίστοιχο δηλαδή με το καλοκαίρι του 2014 όταν η Ελληνική Δημοκρατία προχώρησε σε δύο μικρές εκδόσεις ομολόγων, διάρκειας 3 & 5 ετών. Το τριετές μάλιστα λήγει τον Ιούλιο του 2017 και πρέπει να εξοφληθεί ή να αναχρηματοδοτηθεί με τον έκδοση νέου ομολόγου.

Είναι εντελώς απίθανο να φτάσουμε στη λήξη του προγράμματος και να επιχειρήσουμε τότε για πρώτη φορά να στηριχθούμε μόνον σε χρηματοδήτηση των αναγκών μας από τις αγορές. Οι αγορές θα είναι δύσπιστες με την Ελλάδα και ιδιαίτερα διστακτικές. Άλλωστε και οι δύο εκδόσεις ομολόγων του 2014 έγιναν σε προστατευμένο περιβάλλον, δεν αναιρείται όμως το γεγονός ότι στέφθηκαν με μεγάλη επιτυχία και αποτελούσαν τον προάγγελο της οριστικής εξόδου στις αγορές. Οι μετέπειτα πολιτικές εξελίξεις μας έστειλαν ξανά στην αφετηρία και κόστισαν στον ελληνικό λαό μερικά δις ευρώ.    
Ο κίνδυνος σήμερα είναι μην βρεθούμε ξανά στην ανάγκη ενός τέταρτου μνημονίου, αφού με το τρίτο δεν θα έχουμε καταφέρει να βγούμε αυτόνομα στις αγορές. Όσο καθυστερεί η δεύτερη αξιολόγηση καθυστερεί ουσιαστικά και η ανάπτυξη της οικονομίας, αφού εντείνεται η ανασφάλεια και αναστέλλονται τα επενδυτικά σχέδια για αργότερα. Έτσι απομακρυνόμαστε από τον στόχο για ανάπτυξη 2.5% το 2017 και αυξάνεται το ρίσκο της μη-επίτευξης των στόχων στα πλεονάσματα και της εφαρμογής του περίφημου κόφτη στις δημόσιες δαπάνες.

Παράλληλα όμως απομακρύνεται, ίσως και οριστικά πλέον, η δυνατότητα να συμπεριλάβει η ΕΚΤ τα ελληνικά ομόλογα στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης. Το γεγονός αυτό θα δυσκολέψει αφάνταστα την προσπάθεια εξόδου της χώρας μας στις αγορές, αφού η συμμετοχή μας στο QE συνεπάγεται μείωση του κόστους χρηματοδότησης και την ύπαρξει ενός αξιόπιστου αγοραστή τωβ ελληνικών ομολόγων. Για το πρόγραμμα QE έχει ήδη αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση και είναι εξαιρετικά αμφίβολο εάν θα συνεχισθεί πέραν του 2017. Η νομισματική πολιτική όλων των μεγάλων κεντρικών τραπεζών έχει αρχίσει να αντιστρέφεται και η ΕΚΤ είναι υποχρεωμένη να ακολουθήσει. 
Ο χρόνος πιέζει όμως και για τον λόγο ότι εισερχόμεθα πλέον σε προεκλογική περίοδο σε αρκετές χώρες της Ε.Ε. και η δυνατότητα πολιτικών ελιγμών εξαφανίζεται. Τουναντίον μάλιστα, το ελληνικό πρόβλημα θα αποτελεί ένα ζήτημα για το οποίο θα πρέπει να λογοδοτήσουν οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις στους ψηφοφόρους τους και να τους διαβεβαιώσουν ότι τα κεφάλαια που δίνονται στην Ελλάδα δεν πρόκειται σε καμμία περίπτωση να χαθούν, αλλά και ότι δεν πρόκειται να χρειασθούν νέα κεφάλαια στο προσεχές μέλλον.
Και σε όλα αυτά έρχεται να προστεθεί και η νέα αμερικάνικη πολιτική με την εκλογή Τραμπ, η οποία καθιστά αβέβαιη την εμπλοκή των Η.Π.Α. στην Ευρώπη, τουλάχιστον όπως τη γνωρίζαμε μέχρι σήμερα. 

Δύσκολος ο ελληνικός γρίφος, ένα είναι όμως το σίγουρο, ότι η καθυστέρηση δεν βοηθάει. Το αντίθετο μάλιστα, δυσκολεύει την κατάσταση της οικονομίας και ανεβάζει τον τελικό λογαριασμό. Ας το αντιληφθούν επιτέλους οι αρμόδιοι και ας λειτουργήσουν με τη δέουσα σοβαρότητα.