Ίσως η πιο δυσάρεστη διαπίστωση που κάνουμε είναι η ίδια κι απαράλλακτη ρουτίνα που οι κυβερνήσεις του καιρού των μνημονίων ακολουθούν. Ενώ γνωρίζουν πολύ καλά τις υποχρεώσεις των όσων οι ίδιοι έχουν συμφωνήσει, κάθε φορά στήνουν σκηνικό δράματος, μάχης κορυφαίας των «δαιμονικών» δανειστών έναντι στους «ηρωικούς» υπερασπιστές των λαϊκών συμφερόντων. Το γεγονός πως σταθερά από την αρχή της οικονομικής κρίσης ο χρόνος λειτουργεί σε βάρος μας αυξάνοντας τα βάρη που φορτωνόμαστε, δεν φαίνεται να ενδιαφέρει τους κυβερνώντες μας. Αν και πολύ καλά γνωρίζουν τι τελικά θα υπογράψουν, πρέπει να δείξουν πως μέχρι την τελευταία στιγμή «αγωνίζονταν» καθώς οι απαιτήσεις των «κακών» ήταν πολύ περισσότερες…

Όλοι πλέον γνωρίζουμε πως έχουμε συμφωνήσει να μειώσουμε την δαπάνη για συντάξεις κατά 1% του ΑΕΠ και να αυξήσουμε τα φορολογικά έσοδα μέσω της μείωσης του αφορολόγητου κατά το ίδιο ποσό. Ο λογαριασμός των 3,6 δις ευρώ θα πληρωθεί για να εξασφαλιστεί το 3,5% πρωτογενές πλεόνασμα από το 2019 και μετά. Ταυτόχρονα, για να διευκολυνθεί το επιχειρείν και να βρεθεί και πάλι η ανάπτυξη στην πατρίδα μας (και μειωθεί η ανεργία), προσθέτουν και κάποια άλλα θέματα εργατικής φύσης που ελάχιστες επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα αφορούν. Οι μεγάλες επιχειρήσεις τις οποίες αφορά η αύξηση του ορίου απολύσεων είναι ελάχιστες, το ίδιο και οι απεργίες στον ιδιωτικό τομέα. Ο μέγας πόλεμος των περίφημων κόκκινων γραμμών αφορά κυρίως τις ΔΕΚΟ, τις μεγάλες κρατικές επιχειρήσεις που λειτουργούν ως υποκαταστήματα των εποπτευόντων υπουργείων.

Το κυριότερο που τους τσούζει είναι η επιμονή του ΔΝΤ στην αλλαγή του συνδικαλιστικού νόμου, να μην μπορούν δηλαδή ελάχιστοι συνδικαλιστές να αποφασίσουν για χιλιάδες εργαζόμενους για παράδειγμα στη ΔΕΗ, κρατώντας συχνά όμηρο ολόκληρη την κοινωνία. Αδυνατώντας να διαχειριστούν τις πιέσεις των συνδικαλιστών που έως τώρα στήριζαν και στις πιο ακραίες θέσεις τους, αναβάλουν έως την τελευταία στιγμή την συμφωνία, κάτι που όπως πάντα απλά θα φουσκώσει τον λογαριασμό. Και εξηγούμαι: Η συμφωνία που έχουμε κάνει στηρίζεται σε κάποιες προβλέψεις, όπως για παράδειγμα ότι πέρυσι θα επέστρεφε η ανάπτυξη η οποία φέτος θα έφτανε στο 2,7%. Όπως όμως ανακοίνωσε η ΕΛΣΤΑΤ (διαψεύδοντας τον πρωθυπουργό), πέρυσι δεν είχαμε ανάπτυξη, αλλά ύφεση. Επιπροσθέτως, η καθυστέρηση της αξιολόγησης μειώνει τις προσδοκίες για φετινή αύξηση του ΑΕΠ, η οποία έχει υπολογιστεί στο 2,7%. Ήδη η κυβέρνηση μείωσε τη πρόβλεψη στο 2,5% και έπεται συνέχεια, καθώς μέχρι το κλείσιμο της αξιολόγησης που θα σημάνει το τέλος της αβεβαιότητας, τίποτε δεν κινείται. 

 Για τους πολιτικάντηδες βέβαια το τι θα γίνει το 2019 δεν έχει και μεγάλη σημασία γιατί όπως λένε «μέχρι το 2019 ποιος ζει και ποιος πεθαίνει…». Σύμφωνοι, μόνο που όπως φαίνεται αυτοί έλυσαν τα προβλήματα τους. Ενώ εμείς...