Το 1932 η Λιουδάκη Ευτυχία (Σούλα) από τις Μουρνιές έγραψε δύο ποιήματα εμπνευσμένα από την αγάπη και 85 χρόνια ο εγγονός τα μελοποίησε

Η Ευτυχία Λιουδάκη γεννήθηκε στα Χανιά και συγκεκριμένα στις Μουρνιές όπου έζησε για κάποια χρόνια με τους γονείς της και στη συνέχεια μετακόμισαν στην Αθήνα. 

Κάποια στιγμή σε μικρή ηλικία έγραψε κείμενα και ποιήματα δημιουργώντας μία μικρή προσωπική συλλογή, όπου οδήγησε τον εγγονό της, κ. Άρη Ζέρβα μετά από 85 χρόνια να μελοποιήσει δύο από αυτά.

Η Ευτυχία Λιουδάκη έγραψε αυτά τα ποιήματα εμπνευσμένη, όπως αναφέρει ο μουσικός, από την «αληθινή αγάπη, τον χωρισµό, τον θάνατο, την απόσταση που χωρίζει ανθρώπους και συναισθήματα».

Πριν ένα περίπου μήνα, στις 20 Φεβρουαρίου, κυκλοφόρησε η πρώτη προσωπική δουλειά του Άρη Ζέρβα την EMI UNIVERSAL, ένας δίσκος με 9 κομμάτια, 6 τραγούδια και 3 ορχηστρικά.

Ο  Άρης Ζέρβας, μετά από πολλά χρόνια παρουσίας στο χώρο της μουσικής, ως τσελίστας και ενορχηστρωτής - τόσο δισκογραφικά όσο και σε ζωντανές συναυλίες - στο πλάι γνωστών καλλιτεχνών (Χαρούλα Αλεξίου, Νατάσσα Μποφίλιου, Μόνικα, Γιώτα Νέγκα, Κωστής Μαραβέγιας, Στάθης Δρογώσης, Μανώλης Φάμελλος, Μαριέττα Φαφούτη κ.α.), παρουσιάζει για πρώτη φορά τα δικά του κομμάτια, όχι μόνο τραγούδια, αλλά και ορχηστρική μουσική, μέσα σε ένα άλμπουμ με τίτλο «Πες μου αλμυρή μου θάλασσα».

Τα δύο ποιήματα που έγραψε η γιαγιά του («Πες μου αλμυρή μου θάλασσα», «Έσβησε πια») στάθηκαν αφορμή να δημιουργηθεί αυτή η δουλειά και αυτά να πλαισιωθούν και από άλλες δικές του συνθέσεις μέχρι την δημιουργία του άλμπουμ.

 

Τα τρία ορχηστρικά κομμάτια, με μια συνέχεια  μεταξύ τους, αντιπροσωπεύουν την αρχή («Το Όνειρο»), την διαδρομή («Το Ταξίδι») και τον απολογισμό («Αναμνήσεις») σε μια πορεία του ανθρώπου στη ζωή, έτσι όπως την βιώνει ο συνθέτης και την αποδίδει μουσικά. Τα τραγούδια που πλαισιώνουν τα ποιήματα αποτελούν τις δικές του σκέψεις, δοσμένες με απλό τρόπο, μουσικά πάντα με μια «ορχηστρική» διάθεση.

Μάλιστα, όταν κυκλοφόρησε το CD, ο Άρης Ζέρβας μέσα από ένα προσωπικό σημείωμα για την πρώτη δισκογραφική του δουλειά αναφέρει:

Εκεί που νόµιζες ότι ήξερες τα πάντα για τον άνθρωπο που µαζί µε τους γονείς σου σε φρόντιζε και σε µεγάλωνε, ξυπνάς ένα πρωί και µαθαίνεις ότι υπάρχουν δύο τετράδια.. «Δεν θα στα δώσω τώρα, όταν θα “φύγω” θα τα βρείς.»

«και εγώ θα φτιάξω ένα τραγούδι µε τα λόγια που θα βρω εκεί µέσα» ήταν η απάντηση µου.

Και έτσι και έγινε. Η γιαγιά έφυγε και στα χέρια µου πήρα τις σκέψεις, τις ανησυχίες και τα συναισθήµατα της.

Το 1932, σε ένα χωριό κάπου στα Χανιά, σε ηλικία 18 ετών, έγραφε αυτά τα λόγια, για την αληθινή αγάπη, τον χωρισµό, τον θάνατο, την απόσταση που χωρίζει ανθρώπους και συναισθήµατα.

Η ανάγκη έκφρασης κάθε ανθρώπου δεν έχει όρια, ούτε ταµπέλες. Τραγουδάς κάτι και ας µην το λες καλά το τραγούδι. Γράφεις ένα ποίηµα και δεν θα πάρεις ποτέ νόµπελ λογοτεχνίας, ίσως δεν το δει και ποτέ κανείς αυτό που έγραψες.. Και όµως  για εκείνη την στιγµή, για αυτά τα λίγα λεπτά προσωπικής έκφρασης, γίνεσαι  τραγουδιστής, ποιητής, ζωγράφος,  χορευτής, ο καλύτερος του κόσµου.

Αυτή  η υπόσχεση λοιπόν που έγινε πράξη,  αποτυπώνει αυτό ακριβώς. Δίνει µια υπόσταση, µια µονιµότητα στις στιγµές εκείνες  που αυτή η γυναίκα έγινε για λίγο ποιήτρια, η καλύτερη του κόσµου…

Και τελικά έφτιαξα δύο τραγούδια από τα λόγια εκείνα. Και για ένα τραγούδι πήρα και τα λόγια ενός φίλου. Και µαζί µε τις δικές µου σκέψεις και τα δικά µου συναισθήματα φτιάξαµε αυτό τον δίσκο…

στη γιαγιά µου Ευτυχία..