Απομακρύνεται ξανά η ολοκλήρωση της 2ης αξιολόγησης του ελληνικού προγράμματος και η αγωνία για τις συνέπειες στην πραγματική οικονομία κορυφώνεται. Παρά τις κατά καιρούς δηλώσεις ελλήνων αξιωματούχων περί της ανάγκης να κλείσει νωρίτερα η αξιολόγηση, έστω και με χειρότερους όρους, η ελληνική κυβέρνηση δεν δείχνει να βιάζεται. Αυτό είναι άλλωστε και το σενάριο που τρομάζει.

 Το πλέον τρομακτικό σενάριο περιλαμβάνει αναβολή της αξιολόγησης μέχρι να ολοκληρωθούν οι γερμανικές εκλογές, με την ελπίδα ότι μία νίκη του Σουλτς θα χαλαρώσει τους όρους του ελληνικού προγράμματος. Με δεδομένες  όμως τις υποχρεώσεις αποπληρωμής τόκων και χρεολυσίων μέχρι τότε, οι οποίες υπερβαίνουν τα 7 δις ευρώ, θα πρέπει να λάβει χώρα πλήρης στραγγαλισμός της ρευστότητας στην ελληνική οικονομία για να εξευρεθούν οι πόροι για την πληρωμή των υποχρεώσεων. Και η ρευστότητα αυτή άπαξ και αποχωρήσει από την εγχώρια οικονομία δεν ξαναεπιστρέφει.

Εάν πραγματικά αυτό είναι το σενάριο που επεξεργάζεται η κυβέρνηση, μπορούμε εύκολα να φανταστούμε τις καταστροφικές συνέπειες. Συνέπειες που θα επιβεβαιώσουν για μία ακόμη φορά ότι η Ελλάδα στην δυσκολότερη καμπή της ιστορίας της κυβερνάται από ένα συνονθύλευμα άσχετων και επικίνδυνων ανθρώπων.  Δυστυχώς οι ανησυχίες μου για το σενάριο της αενάου παρατάσεως ήρθαν να επιβεβαιωθούν από τα λεχθέντα του υφυπουργού παιδείας Κ. Ζουράρι σε συνέντευξη του σε τοπικό κανάλι. Ο υφυπουργός παιδείας λοιπόν δήλωσε γεμάτος υπερηφάνεια ότι το μοναδικό όπλο του ανίσχυρου απέναντι στον ισχυρό είναι η αναβολή.

Αυτή δυστυχώς η νοοτροπία της συνεχούς αναβλητικότητας, η οποία πρέπει να παραδεχτούμε χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον από όλες τις ελληνικές κυβερνήσεις, οδήγησε στην σημερινή ζοφερή κατάσταση της ελληνικής οικονομίας. Για σκεφτείτε να είχε τολμήσει να λύσει το ασφαλιστικό η Πετραλιά επί κυβερνήσεως Μητσοτάκη το 1992 ή έστω ο Γιαννίτσης στην κυβέρνηση Σημίτη το 2001. Ουδείς όμως τόλμησε να αναλάβει το πολιτικό κόστος και τις συνέπειες των συνεχιζόμενων περικοπών τις ζούμε σήμερα.  Και θα συνεχίσουμε να τις ζούμε και αύριο διότι δυστυχώς τα μαθηματικά είναι αμείλικτα. Όσο δεν έρχεται η ανάπτυξη, δεν υπάρχει πουθενά στον κόσμο ασφαλιστικό σύστημα που να μπορεί να συντηρηθεί με αναλογία εργαζομένων προς συνταξιούχους και ανέργους 1 : 5.  Αυτή η εξίσωση δεν μπορεί να λυθεί ούτε με τα μαθηματικά της Κούβας , ούτε της Βενεζουέλας.   

Το καλό σενάριο τώρα θα ήταν να κλείσει η διαπραγμάτευση μέσα στον μήνα Μάιο. Ακόμα και στο καλό σενάριο, ο λογαριασμός που ήδη πληρώνει η οικονομία δεν είναι ευκαταφρόνητος. Τα πλέον πρόσφατα στοιχεία για την ελληνική οικονομία δείχνουν επιστροφή στην ύφεση, την ανεργία να παίρνει ξανά την ανιούσα, τα κρατικά έσοδα να παρουσιάζουν σημάδια κόπωσης και πολλές επιχειρήσεις να απειλούνται με λουκέτο. Και φυσικά ο μεγάλος πληγέντας σε κάθε επιδείνωση δεν είναι άλλος από τον τραπεζικό κλάδο. Οι τράπεζες λοιπόν βλέπουν τις καταθέσεις ξανά να μειώνονται, την εξάρτηση τους από τον ELA να αυξάνεται και τα κόκκινα δάνεια να διογκώνονται.

Παράλληλα οι ξένοι οίκοι υποβαθμίζουν τις εκτιμήσεις τους για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας στο σύνολο του 2017, με τον πιο αισιόδοξο να μιλάει πλέον για ανάπτυξη πέριξ του 0,5%.

Παρόλα αυτά κάποιες πληγές ίσως προλάβουν να επουλωθούν, αφήνοντας βέβαια κάποιες ουλές. Εφόσον λοιπόν ολοκληρωθεί η αξιολόγηση εντός Μαϊου, θα μπορούσαμε να δούμε μία επιτάχυνση της οικονομικής δραστηριότητας το Β’ εξάμηνο,στηριγμένη κυρίως σε μία καλή τουριστική σεζόν. Παράλληλα θα μπορούσε η ΕΚΤ να εντάξει στο πρόγραμμα QE τα ελληνικά ομόλογα εντός του Ιουνίου και να αποδεσμευτεί με αυτόν τον τρόπο μία σημαντική ρευστότητα για τις ελληνικές τράπεζες, απομακρύνοντας έτσι τον άμεσο κίνδυνο νέας ανακεφαλαιοποίησης.

Οψόμεθα λοιπόν. Οι εξελίξεις θα αναδείξουν κατά πόσον η κυβέρνηση κινείται με γνώμονα το πολιτικό κόστος  ή το εθνικό συμφέρον. Δυστυχώς η μέχρι τούδε προϊστορία της κάθε άλλο παρά αισιόδοξους μπορεί να μας κάνει.