Ανήμπορες να αντιδράσουν δείχνουν οι κυβερνήσεις ένθεν και ένθεν του Ατλαντικού, ενισχύοντας το αίσθημα πανικού στις αγορές. Λίγη ώρα μετά την έναρξη των συναλλαγών στις ευρωπαϊκές αγορές, οι G-7 εξέδωσαν ανακοινωθέν όπου δεσμεύονταν ότι θα αναλάβουν κάθε αναγκαίο μέτρο για να «διασφαλίσουν τη χρηματοοικονομική σταθερότητα και την ανάπτυξη». Στην παρούσα φάση, όμως, οι επενδυτές δεν ενδιαφέρονται για λόγια αλλά για έργα και αυτά είναι εξαιρετικά δύσκολο να υπάρξουν.

Η κατάσταση, όπως δημοσιεύει η imerisia.gr, δείχνει αρκετά χειρότερη εκείνης προ τριετίας, όταν η κρίση στην αμερικανική αγορά sub-prime δανείων προκαλούσε τη χρεοκοπία της Lehman Brothers. Αφενός οι κυβερνήσεις έχουν λιγότερα μέσα στη διάθεσή τους για να στηρίξουν τις οικονομίες.

Αφετέρου όπου συνεχίζουν να υφίστανται δυνατότητες παρέμβασης, δεν υπάρχει πολιτική βούληση. Αυτή η απουσία λύσεων είναι που προκαλεί τον πανικό στις αγορές. Χαρακτηριστική ήταν, χθες, η αντίδραση της Wall Street σε έκτακτο διάγγελμα του Προέδρου Μπ. Ομπάμα.

Απώλειες
Λίγες ώρες μετά την έναρξη των συναλλαγών στο αμερικανικό χρηματιστήριο και ενώ οι δείκτες κατέγραφαν σημαντικές απώλειες, ο Λευκός Οίκος ανακοίνωσε ότι εκτάκτως ο Πρόεδρος «θα απευθυνθεί στο Έθνος για την οικονομία και την κατάσταση στο Αφγανιστάν». Αμέσως οι επενδυτές υιοθέτησαν στάση αναμονής, με αποτέλεσμα οι τιμές των μετοχών να σταθεροποιηθούν.

Στην ομιλία του, όμως, ο Αμερικανός Πρόεδρος αρκέστηκε να δηλώσει ότι «οι ΗΠΑ θα έχουν πάντα αξιολόγηση ΑΑΑ, ανεξαρτήτως τι λένε οι οίκοι» και κάλεσε εκ νέου τους Ρεπουμπλικάνους σε συνεργασία για τη μείωση του χρέους. Η απουσία κάποιας σημαντικής είδησης ενέτεινε τις πιέσεις στην αγορά, οδηγώντας τον Dow Jones κάτω από τις 11.000 μονάδες για πρώτη φορά από τον περασμένο Νοέμβριο και διευρύνοντας τις απώλειες του S&P-500 πέραν του 6%.

Οι απώλειες στη Wall Street αποδίδονται τόσο στους φόβους για επιστροφή της οικονομίας στην ύφεση όσο και στην υποβάθμιση της πιστοληπτικής αξιολόγησης από την S&P, αργά το βράδυ της Παρασκευής. Χθες, ο οίκος υποβάθμισε και τις αξιολογήσεις τίτλων που εκδίδονται από φορείς υπό τον έλεγχο του αμερικανικού Δημοσίου, όπως οι «γίγαντες» της αγοράς στεγαστικών δανείων, Fannie Mae και Freddie Mac. Με υποβάθμιση απειλεί τις ΗΠΑ και η Moody's «εάν εξασθενήσουν σημαντικά οι δημοσιονομικές ή οι οικονομικές προοπτικές της οικονομίας».

Αναλυτές προειδοποιούν ότι η υποβάθμιση των ΗΠΑ ενδέχεται να προκαλέσει «παράπλευρες απώλειες» στην Ευρωζώνη, με τη Γαλλία να φαντάζει «φαβορί» προς υποβάθμιση μεταξύ των οικονομιών που αξιολογούνται με «ΑΑΑ». Θεωρητικά στην Ευρώπη υπάρχουν ακόμα εφεδρείες για να αντιμετωπιστεί η κρίση: έκδοση ευρω-ομολόγου ή εκτύπωση χρήματος από την ΕΚΤ. Δεν υπάρχει, όμως, η απαραίτητη πολιτική συμφωνία - αν και στη διάρκεια του Σαββατοκύριακου φάνηκε το αντίθετο.

Στην κοινή δήλωση της καγκελαρίου Μέρκελ με τον Πρόεδρο Σακροζί που κυκλοφόρησε την Κυριακή, αρκετοί έσπευσαν να διαβάσουν τη χαλάρωση της γερμανικής στάσης. Όταν, λίγο αργότερα, ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών, Τίμοθι Γκάιτνερ, καλούσε τους Ευρωπαίους να ενισχύσουν το Μηχανισμό Στήριξης (EFSF), φάνηκε ότι όντως υπήρχε σχετική πολιτική απόφαση.

Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκαν και δηλώσεις του Γάλλου υπουργού Οικονομικών, Φρανσουά Μπαρουάν: «Έχουμε δεσμεύσει 440 δισ. ευρώ και αν χρειαστεί θα προχωρήσουμε παραπέρα». Λίγη ώρα αργότερα, όμως, εκπρόσωπος της Γερμανικής κυβέρνησης ξεκαθάριζε ότι η κοινή δήλωση Μέρκελ-Σαρκοζί απλώς επανέλαβε όσα συμφωνήθηκαν στη Σύνοδο Κορυφής του Ιουλίου και ότι «δεν έχει αλλάξει τίποτα από τότε».