Παρέμβαση του Νίκου Ηγουμενίδη σε συνεδρίαση στη Βουλή για τις δυνατότητες και τις προοπτικές ανάπτυξης του θρησκευτικού τουρισμού στις Ελληνικές Περιφέρειες.

Ο βουλευτής Ηρακλείου και συντονιστής της ΕΠΕΚΕ Τουρισμού του ΣΥΡΙΖΑ Νίκος Ηγουμενίδης τοποθετήθηκε εκτενώς στη συνεδρίαση της Ειδικής Μόνιμης Επιτροπής Περιφερειών στη Βουλή (26.4.2017) με θέμα ημερήσιας διάταξης τη δυναμική και τις προοπτικές του θρησκευτικού τουρισμού στην Ελλάδα. Παρουσία του Μητροπολίτη Πέτρας και Χερρονήσου κ.κ. Γεράσιμου, εκπροσώπου της Εκκλησίας της Κρήτης, ο Νίκος Ηγουμενίδης αναφέρθηκε διεξοδικά στα θέματα του θρησκευτικού τουρισμού στην Ελλάδα, αλλά και στην Κρήτη ειδικότερα.

Συγκεκριμένα, κατά την εισαγωγική του τοποθέτηση παρουσίασε στοιχεία της πρόσφατης έκθεσης του Παγκόσμιου Συμβούλιου Ταξιδιών και Τουρισμού σύμφωνα με την οποία η άμεση συμβολή του κλάδου του Τουρισμού στην απασχόληση για την ελληνική οικονομία αναμένεται να αυξηθεί κατά 5,9% το 2017 και κατά 2,9% ετησίως την επόμενη δεκαετία, σημειώνοντας ότι «σε ένα τέτοιο περιβάλλον γίνεται αντιληπτό, ότι οι εναλλακτικές μορφές τουρισμού έχουν βαρύνοντα ρόλο και φυσικά εξαιρετικές δυνατότητες και προοπτικές», ενώ υπογράμμισε την ανάγκη να αποφευχθεί ο κίνδυνος εμπορευματοποίησης της θρησκείας. «Τέτοια φαινόμενα είναι σε βάρος αυτού του είδους του τουρισμού, του θρησκευτικού, ο οποίος πάει «κόντρα» στο μαζικό τουρισμό και βασίζεται ουσιαστικά στο «ταξίδι γνώσης» και αυτογνωσίας του επισκέπτη, στο σεβασμό στο πρόγραμμα και στους κανόνες της εκκλησίας», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Παράλληλα, ο Νίκος Ηγουμενίδης τόνισε ότι «ο θρησκευτικός τουρισμός αποτελεί και μια έμμεση απάντηση στον εξτρεμισμό, είναι ένα ισχυρό σήμα-μήνυμα μιας χώρας, η οποία πιστεύει στις πολύ-θρησκευτικές και πολύ-πολιτισμικές κοινωνίες».

Ειδικότερα για την Κρήτη, παρατήρησε ότι σε ένα τέτοιο εγχείρημα της ανάπτυξης του θρησκευτικού τουρισμού έχουν πρωτεύοντα λόγο τα μνημεία που αναγγέλθηκαν στην Κρήτη κατά  τη βυζαντινή εποχή, τη βενετική και την όψιμη Οθωμανική περίοδο.

«Τα εκκλησιαστικά μνημεία του νησιού μπορούν να αποτελέσουν ένα σταθερό σημείο αναφοράς, ανάλογα με το χωρικό τους προσδιορισμό, με βάση θεματικές διαδρομές με επίκεντρο τον θρησκευτικό τουρισμό, με βάση τις ιδιαιτερότητες και την ιστορία τους στο πέρασμα του χρόνου, ενώ τα εκπληκτικής ομορφιάς μονοπάτια μαζί με τα ανεξερεύνητα μοναστήρια, τις εκκλησίες της Κρήτης πολλά ακόμα και σε περιοχές Natura μπορούν να συνθέσουν κομμάτια από το πολυδαίδαλο παζλ - επιτρέψτε μου την έκφραση- των «Αγίων Τόπων της Κρήτης».

Ο Νίκος Ηγουμενίδης τόνισε κρίσιμες παραμέτρους στο τομέα του θρησκευτικού τουρισμού, όπως την ανά Περιφέρεια συστηματική επικαιροποιημένη και ψηφιοποιημένη καταγραφή και τουριστική προβολή των θρησκευτικών και πολιτιστικών μνημείων, σημειώνοντας το παράδειγμα από την πρόσφατη λειτουργία του Κέντρου Τουριστικής Πληροφόρησης της Μεσσαράς που στεγάζεται στον καθεδρικό ναό του Αγίου Νεκτάριου Μοιρών, σε συνεργασία με το Ίδρυμα Τεχνολογίας και Έρευνας στο Ηράκλειο.

Επιπλέον, ως σημαντικά σημεία-κλειδιά που μπορούν να ενισχύσουν τον θρησκευτικό τουρισμό, ανέφερε την εντατικοποίηση της θρησκευτικής διπλωματίας, την αντιμετώπιση του θρησκευτικού τουρισμού και ως πολιτιστικού τουρισμού, την αξιοποίηση όλων των εργαλείων, κυρίως τα χρηματοδοτικά εργαλεία των ΕΣΠΑ, για την ενίσχυση των επενδυτικών πρωτοβουλιών και την κατασκευή και συντήρηση υποδομών, όπως είναι οι ξενώνες προσκυνητών και μοναστηριών, τον συντονισμό, ώστε να ενισχυθούν και να εμπλουτιστούν τα τουριστικά πακέτα που περιλαμβάνουν σαν συμπληρωματική τουριστική δραστηριότητα, την επίσκεψη σε θρησκευτικούς - πολιτισμικούς τόπους.

Κλείνοντας την τοποθέτηση του, και με αφορμή την αναγκαιότητα να ενισχυθεί η συνεργασία της εκκλησίας με τα Υπουργεία του Τουρισμού και Πολιτισμού, τόνισε ότι η ανάπτυξη θρησκευτικού τουρισμού εκτός από ένα μέσο έμπρακτης ενίσχυσης και διάδοσης των δομών και των μνημείων της εκκλησίας μπορεί και πρέπει να αποτελέσει ένα ζωντανό παράδειγμα εποικοδομητικού διαλόγου και ότι «στην τρέχουσα δημοσιονομική συγκυρία και την πατρίδα μας, οι σχέσεις κράτους και εκκλησίας, ανεξάρτητα το τι πιστεύει ο καθένας μας για αυτές, δεν πρέπει, δεν μπορεί και δεν προσφέρονται σαν πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης και πεδίο πολιτικών σκοπιμοτήτων».