Ένας μάγειρας σε βιολογικό εστιατόριο, ένας ταξιθέτης στην όπερα του Λονδίνου, ακόμη και ένα παιδί 11 ετών: το προφίλ των Βρετανών «ταραξιών» -ή τουλάχιστον όσων κατάφερε να συλλάβει η αστυνομία- συχνά προκαλεί κατάπληξη αφού ανατρέπει εν μέρει την εικόνα των «οργισμένων νιάτων» που πρόβαλαν τα μέσα ενημέρωσης.

Στα βρετανικά δικαστήρια προσήχθησαν ήδη όσοι συνελήφθησαν στις ταραχές του Σαββατοκύριακου. Μεταξύ αυτών, ένας μάγειρας 43 ετών και ο 47χρονος αδελφός του που κατηγορούνται ότι έκλεψαν την πινακίδα ενός φαστ-φουντ από το Κλάπαμ του νότιου Λονδίνου. Στο δικαστήριο του Κάμπεργουελ Γκριν παρουσιάστηκαν επίσης ένας φοιτητής και δύο 19χρονοι δίδυμοι αδελφοί με την κατηγορία ότι συμμετείχαν στη λεηλασία ενός καταστήματος οικιακών ειδών στη συνοικία Μπρίξτον.

Το Αθηναϊκό Πρακτορείο αναμεταδίδει ότι στο εδώλιο κάθισαν στη συνέχεια ένας άνδρας που πρόκειται να καταταγεί στο στρατό, ένας οδηγός ανυψωτικού μηχανήματος και ένας γραφίστας. Πολλοί από τους συλληφθέντες είχαν λευκό ποινικό μητρώο, σύμφωνα με την εφημερίδα The Times. Επίσης, προέρχονται από πολλές διαφορετικές κοινότητες και, στην πλειοψηφία τους είναι νεαρής ηλικίας ή και έφηβοι. Ο νεότερος όλων είναι μόλις 11 ετών.

«Ήταν οι χειρότερες σκηνές που έχουμε δει ποτέ στο Μάντσεστερ. Παιδιά 9, 10 ή 12 χρονών, με κουκούλες, να σπάνε καταστήματα», δήλωσε ο εκπρόσωπος του δημάρχου της πόλης, Πατ Κάρνεϊ.

«Υπάρχουν ορισμένοι πολύ θυμωμένοι νέοι που αισθάνονται περιθωριοποιημένοι εδώ και καιρό», εξήγησε ο Γκας Τζον, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου και ειδικός στις σχέσεις μεταξύ διαφορετικών κοινοτήτων.

Ο πρωθυπουργός της Βρετανίας, Ντέιβιντ Κάμερον, προειδοποίησε ότι η νεαρή ηλικία δεν θα σταθεί εμπόδιο για την τιμωρία των ταραξιών ενώ ο Τιμ Γκόντγουιν, ο προσωρινός διοικητής της Σκότλαντ Γιαρντ, κάλεσε στις αρχές της εβδομάδας τους γονείς «να επικοινωνήσουν με τα παιδιά τους και να τα ρωτήσουν που βρίσκονται».

Παρόλο που αρκετοί γονείς παραδέχονται την άγνοιά τους για τις πράξεις των παιδιών τους, κάποιοι άλλοι όχι μόνο δεν απέτρεψαν τις ταραχές αλλά συμμετείχαν σ' αυτές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, οι εικόνες που μεταδόθηκαν από βρετανικά κανάλια και δείχνουν μια γυναίκα συνοδευόμενη από δύο παιδιά να βγαίνει από ένα μαγαζί αθλητικών ειδών στο Τότεναμ και να δοκιμάζει στο πεζοδρόμιο τα παπούτσια που έκλεψε. «Κάποιοι από τους γονείς βρίσκονταν εκεί. Για ορισμένους δεν αποτελούσε έκπληξη ότι τα παιδιά τους ήταν εκεί», είπε χαρακτηριστικά στο πρακτορείο Ρόιτερς ένας νεαρός μαύρος από την Καραϊβική. «Δεν ήταν οι κλασικοί ταραξίες εκεί έξω. Ήταν εργαζόμενοι, θυμωμένοι άνθρωποι. Έχουν αυξήσει τα νοίκια, μείωσαν τα επιδόματα για τα παιδιά. Όλοι το είδαν ως ευκαιρία για να ξεσπάσουν», πρόσθεσε, αναφερόμενος στα μέτρα λιτότητας που έλαβε πρόσφατα η κυβέρνηση του Ντέιβιντ Κάμερον.

Σε ένα συγκρότημα κατοικιών μια 39χρονη γυναίκα επικύρωσε τα λεγόμενα του νεαρού. «Δεν ήταν παιδιά. Ήταν ενήλικοι και νέοι, όλοι μαζί, που στράφηκαν εναντίον όσων συμβαίνων αφότου έχουμε την κυβέρνηση συνασπισμού», είπε. «Λένε ότι ήταν νεαροί κουκουλοφόροι. Εγώ ήμουν στις ταραχές. Η 16χρονη κόρη μου τηλεφωνούσε και ρωτούσε πού βρίσκομαι», δήλωσε η γυναίκα.

Καθώς οι εικόνες από τα καμένα και λεηλατημένα καταστήματα κάνουν το γύρο του κόσμου, ταραξίες και αναλυτές συμφωνούν σε ένα πράγμα: τα επεισόδια αυτά ήταν αναμενόμενο να συμβούν κάποια στιγμή.

«Θα συνεχίσω να το κάνω καθημερινά μέχρι να με πιάσουν. Άμα φτάσω σπίτι τίποτα δεν θα μου συμβεί», είπε ένας έφηβος, φορτωμένος με κλεμμένα προϊόντα, μιλώντας σε έναν δημοσιογράφο του BBC νωρίς σήμερα τα ξημερώματα. «Οι φυλακές είναι υπερπλήρεις. Άρα τι θα κάνουν;» πρόσθεσε.

Το πρόβλημα της αντικοινωνικής συμπεριφοράς, που ο πρωθυπουργός Ντέιβιντ Κάμερον χαρακτήρισε ως σφραγίδα της «διαλυμένης κοινωνίας» της Βρετανίας, δεν είναι κάτι το καινούριο. Επί ημερών του πρώην πρωθυπουργού των Εργατικών Τόνι Μπλερ είχε επιβληθεί αρκετές φορές προσωρινή απαγόρευση κυκλοφορίας και είχαν ληφθεί διάφορα μέτρα που όμως εγκαταλείφθηκαν αφού δεν απέδωσαν τα αναμενόμενα.

Μολονότι το κοινωνικό και οικονομικό υπόβαθρο των ταραχών δεν μπορεί να αγνοηθεί, η βία προκάλεσε σοκ στους εξωτερικούς παρατηρητές. «Μέχρι και πριν από μερικούς μήνες η Βρετανία περιστρεφόταν γύρω από το Χάρι Πότερ και τους βασιλικούς γάμους και σήμερα μιλάμε για υποκλοπές τηλεφωνημάτων και για ταραχές στους δρόμους. Είναι μεγάλη αλλαγή», είπε ο Ράβι Σομαΐγια, ο ανταποκριτής της εφημερίδας New York Times στο Λονδίνο.

Η Γαλλίδα σχολιάστρια Ανιές Πουερέ είπε στο BBC ότι οι ταραχές αντικατοπτρίζουν τη βρετανική κοινωνία, μια από τις πιο «ανομοιόμορφες» στην Ευρώπη, όπως είπε.

Σύμφωνα με την εφημερίδα Independent στις πιο υποβαθμισμένες περιοχές του Λονδίνου οι συμμορίες έχουν υποκαταστήσει τους γονείς. «Είναι μια κουλτούρα που διαδόθηκε σαν μικρόβιο στη Βρετανία την τελευταία 20ετία. Ενώ οι συμμορίες κατάφεραν να πείσουν τους ντόπιους νέους ότι εκπροσωπούν κατά κάποιο τρόπο ολόκληρες γειτονιές, η αστυνομία αγωνίζεται να ανατρέψει την αντίληψη ότι είναι ο εχθρός», σημειώνει η εφημερίδα.

Όσοι εμπλέκονται στις συμμορίες αποτελούν ακόμη τη μειοψηφία αλλά το πρόβλημα απασχολεί τις αρχές εδώ και αρκετό καιρό. το 2008 μια μελέτη του Κέντρου Μελετών Εγκλημάτων και Δικαιοσύνης του Λονδίνου κατέληξε στο συμπέρασμα ότι «ομάδα πολύ θυμωμένων νέων» ξεφυτρώνουν σαν τα μανιτάρια στις μεγάλες πόλεις. «Η πίστη στη φυλή αντικατέστησε την οικογενειακή και η κουλτούρα της συμμορίας που βασίζεται στη βία και τα ναρκωτικά έγινε τρόπος ζωής», συμπέρανε η μελέτη αυτή.

«Πρέπει να παραδεχτούμε ότι αυτή η καταστροφή αποκαλύπτει ένα διαλυμένο τμήμα της βρετανικής κοινωνίας, αποκομμένο από τις αξίες και τις ευθύνες που αναμένουμε από τους συμπολίτες μας», λέει ο Γκάβιν Πουλ, διευθυντής του ινστιτούτου μελετών «Κέντρο Κοινωνικής Δικαιοσύνης». Αν και κάτι τέτοιο δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη βία, τα παιδιά και οι έφηβοι που εμπλέκονται σε τέτοιες ταραχές αποτελούν μια «χαμένη γενιά» που βρίσκεται αντιμέτωπη με μια ζωή χωρίς ελπίδα και ιδανικά, μια γενιά «ξεγραμμένη από την κοινωνία».

Οι δηλώσεις του Πουλ απηχούν τα λόγια ενός νεαρού ταραξία από το Χάκνεϊ του ανατολικού Λονδίνου που είπε στο BBC: «Δεν υπήρχαν ευκαιρίες για όλους, ούτε νεολαιίστικες λέσχες όπου θα μπορούσε να πάει ο καθένας και να κάνει κάτι εποικοδομητικό. Έτσι όλα αυτά ήταν προδιαγεγραμμένο να γίνουν κάποια μέρα».