Τα τελευταία χρόνια είμαστε αποδέκτες «αφηγημάτων» και φαντασιώσεων για «σκληρή διαπραγμάτευση» ανάμεσα στους δανειστές–εταίρους και στη χώρα μας. Πρωταγωνιστής στην πρώτη περίοδο ήταν ο Γιάνης Βαρουφάκης. Πρόλαβε να υπογράψει τη συμφωνία της συνεδρίασης του Eurogroup της 20ης Φεβρουαρίου 2015. Πλην, όμως, μετά την απαρνήθηκε. Επιδόθηκε σε μια σειρά από προσωπικούς, «παρεΐστικους» και συλλογικούς τυχοδιωκτισμούς. Και, τελικά, οδήγησε τη χώρα στα «βράχια». Έτσι, ανάγκασε τον άλλο, σκληρό διαπραγματευτή, Αλέξη Τσίπρα να αποδεχθεί ταπεινωτικά και να υπογράψει τον Ιούλιο του 2015 όλους τους οδυνηρούς ή και άθλιους όρους του Τρίτου Μνημονίου. 

Πρωταγωνιστής στη δεύτερη περίοδο, που διαρκεί μέχρι σήμερα, ο Ευκλείδης Τσακαλώτος. Με διαφορετικό προσωπικό και ιδεολογικό ύφος από τον προκάτοχό του. Συνέβαλε ή και εκτέλεσε τα προεισαγωγικά του Τρίτου Μνημονίου, παραστάθηκε κατά την υπογραφή του. Ακολούθησε και ακολουθεί, όμως, κατά γράμμα τις ασφυκτικές οδηγίες του Μεγάρου Μαξίμου. Η ένταξή του στην «ομάδα των 53», στην οποία μάλιστα ηγείται, δεν πρέπει να του φάνηκε εξαιρετικά χρήσιμη. Δυστυχώς γι’ αυτόν έχει να απολογείται σε πολλά ακροατήρια και ομάδες. 

Τώρα περιμένουμε τη συνεδρίαση του Eurogroup της 15ης Ιουνίου 2017. Οι προσδοκίες ικανοποίησης των φιλοδοξιών της κυβέρνησης και του διαπραγματευτικού «αφηγήματος», που η ίδια, μοναχή της κατασκευάζει,  έχουν χαμηλώσει υπερβολικά. Η κυβέρνηση περιμένει την έγκριση για να εισπράξουμε των 7,5 δις. Αυτό τουλάχιστον. 

Από εκεί και πέρα τα πράγματα δεν πάνε καθόλου καλά. Δεν πρόκειται να δοθεί κάτι που να μοιάζει, έστω, με μερική διαγραφή του χρέους. Δεν πρόκειται να ανοίξει εύκολα ο δρόμος για την ένταξή της χώρας μας στο πρόγραμμα «ποσοτικής χαλάρωσης» της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Και μένει μόνο το «όραμα» εξόδου της χώρας μας στις πανάκριβες αγορές. Φυσικά και τίθεται προς διερεύνηση το ερώτημα: τί άραγε να σημαίνει «σκληρή διαπραγμάτευση»; 

Πρώτον. Απαιτείται γνώση. Χωρίς έπαρση. Χωρίς επιδεικτική αλαζονεία. Αυτοί, που κάθονται στην αντίθετη πλευρά του τραπεζιού των διαπραγματεύσεων, έχουν τα ίδια προσόντα με τους «δικούς μας». Τουλάχιστον. Δεν αρκούν οι γενικοί ακαδημαϊκοί τίτλοι. Ούτε καν η ιδιότητα του καθηγητή μιας οικονομικής σχολής. Η ενασχόληση, μάλιστα, με τη «Φιλοσοφία και Μεθοδολογία των κοινωνικών επιστημών»  δεν έχει να προσφέρει τίποτα στη «σκληρή διαπραγμάτευση» για το δημόσιο χρέος. Εκεί όπου απαιτείται βαθιά γνώση του χρηματοοικονομικού τομέα. Δεν αποκλείει την κατανόηση. Χωρίς, όμως, εμπειρία η κατανόηση δεν αρκεί. 

Δεύτερον. Απαιτείται βαθιά γνώση του τρόπου τροποποίησης κάθε διεθνούς συμφωνίας. Και ιδιαίτερα, διακρατικής. Οι διεθνείς συμβάσεις ισχύουν μέχρι την τροποποίησή τους ή και την καταγγελία και κατάργησή τους. Η τροποποίησή τους δεν πραγματοποιείται ανάλογα με τις επιθυμίες του ενός ή περισσοτέρων συμβαλλομένων. Η τροποποίησή ακολουθεί την ίδια διαδικασία, που ίσχυε κατά την κατάρτισή τους. Το δημόσιο χρέος στηρίζεται, κατά το μεγαλύτερο μέρος του, σε διακρατικές συμφωνίες. Δεν διαγράφεται με μονομερείς δηλώσεις. Και, μάλιστα, με «ένα άρθρο και ένα νόμο». Οι κυρώσεις θα είναι εξαιρετικά σκληρές. Πέρα από την αναξιοπιστία, που μας θέτει αμέσως σε καθεστώς και κράτος διαρκούς ομηρίας και κατοχής. Και οπωσδήποτε δεν είναι εύκολο να ζητάς τροποποίηση συμφωνιών και συνθηκών, που υπέγραψες πριν από λίγους μήνες ή πριν από ένα – δύο χρόνια. Το Τρίτο Μνημόνιο το υπέγραψες τον Ιούλιο του 2015! Και το πρώτο μέρος του Μεσοπρόθεσμου Προγράμματος το Μάιο του 2016! Πρέπει να αποδείξεις στους δανειστές, που είναι και εταίροι, ότι τροποποιήθηκαν δραματικά οι συνθήκες πάνω στις οποίες στηρίχθηκαν οι τελευταίες συμφωνίες. Ή και σε τί σφάλαμε, όλοι μαζί! Διαφορετικά, στην ουσία δεν συζητούν.

Τρίτον. Στη «σκληρή διαπραγμάτευση» εισέρχεσαι με θέσεις. Τεκμηριωμένες. Που δεν τις αλλάζεις εύκολα. Όχι, φυσικά τις τετρασέλιδες ή πεντασέλιδες εκθέσεις ιδεών, της πρώτης περιόδου. Χωρίς οικονομικά και στατιστικά στοιχεία, που, δήθεν, κρύβεις από τους εταίρους μας. Επιβάλλεται, όμως, να έχουμε προετοιμάσει και εναλλακτικές θέσεις, που είναι δικαίωμά μας να τις κρατάμε για αρκετό χρόνο κλειστές. Όχι, φυσικά το αυθαίρετο και τυχοδιωκτικό «Plan B» του Γιάνη Βαρουφάκη και της παρέας του.

Τέταρτον. Να έχουμε εμείς τις πρωτοβουλίες σε μια «σκληρή διαπραγμάτευση». Να μην περιμένουμε απ’ τους αντισυμβαλλόμενους να παραδώσουν σ’ εμάς το δικό τους «προσχέδιο», πάνω στο οποίο καλούμαστε να συμφωνήσουμε. Πρέπει  εμείς να έχουμε την «ιδιοκτησία» της τελικής συμφωνίας. Έχει γίνει, πιο γενικά, αποδεκτό, ως μία σοφή τεχνική το κάλεσμα των αντισυμβαλλομένων (δανειστών και εταίρων) να διαπραγματευτούμε πάνω σε δικό μας προσχέδιο. Μόνο έτσι το όποιο «Πρόγραμμα» (το όποιο Μνημόνιο), μπορεί να καταστεί δική μας ιδιοκτησία. Μια ουσιαστική προϋπόθεση για την επιτυχή ολοκλήρωση του «Προγράμματος». Κάτι, που λείπει και από τα τρία (μάλλον τέσσερα) Μνημόνια. 

Πέμπτον. Δεν πρέπει να υποτιμούμε τους τους αντισυμβαλλόμενους. Δανειστές και εταίρους. Ούτε να περιφρονούμε τις δικές τους ανάγκες. Χωρίς αυτό να σημαίνει και την αποδοχή τους. Το «ένδοξο παρελθόν» μας δεν είναι επιχείρημα, όταν συζητάς θέματα οικονομικά. Μάλλον είναι καπηλεία και ως τέτοια αντιμετωπίζεται. Η υβριστική ή και χυδαία, μάλιστα,  μερικές φορές, συμπεριφορά εκπροσώπων της χώρας μας (ποιός δεν θυμάται τις υποκλοπές των συζητήσεων μεταξύ των υπουργών της Ευρωζώνης από τον Γιάνη Βαρουφάκη;) επιβαρύνουν, όσο λίγα, την αρνητική συμπεριφορά των συνομιλητών μας. Σε τίποτα δεν συνεισέφερε η υιοθέτηση χαρακτηρισμών περί «γερμανοτσολιάδων» και «Ναζί».

Ούτε οι χυδαίες προσωπικές επιθέσεις εναντίον υπουργών - μελών  του Eurogroup από κορυφαία κυβερνητικά στελέχη. Και αν δεν μπορούμε να σβήσουμε «αταξίες» του παρελθόντος, δεν είναι δύσκολο καθήκον η τήρηση της ευπρέπειας και όλων των θεμελιωδών κανόνων, που ισχύουν στη διεθνή κοινότητα, κατά τη διάρκεια της «σκληρής διαπραγμάτευσης». Στην όποια ανυποληψία από τα τραγικά λάθη του πρόσφατου παρελθόντος προστίθεται πολλαπλασιαστικά ο δήθεν εκβιασμός που επιχειρήθηκε πρόσφατα από τον Πρωθυπουργό ότι θα πάρει πίσω τα δυσμενή μέτρα του Τέταρτου Μνημονίου, αν οι δανειστές – εταίροι δεν του «δώσουν» ικανοποιητική λύση για το δημόσιο χρέος.

Προφανώς, δεν θυμήθηκε ότι το πλαίσιο διακανονισμού του δημόσιου χρέους το έχει συνυπογράψει ο ίδιος προσωπικά δύο φορές. Και πολύ πρόσφατα. 

Έκτον. Μία «σκληρή διαπραγμάτευση» προϋποθέτει το κύρος της ίδιας της χώρας μας. Διακυβεύεται σ’ αυτήν. Η στρατηγική δεν είναι του ενός ή του άλλου υπουργού. Ή ακόμα και Πρωθυπουργού. Δεν έχει ονοματεπώνυμο. Ούτε κόμμα. Ούτε χρώμα. Αυτό μας λείπει: Η εθνική στρατηγική. Οι ξένοι ξέρουν καλά το παιχνίδι τους στην Ελλάδα. Και την ευκολία και ευχέρεια εκμετάλλευσης, για δικό τους όφελος, των εσωτερικών μας αντιπαραθέσεων. Χρειαζόμαστε «εθνικές κόκκινες γραμμές», που προκύπτουν ιστορικά από τους αγώνες του λαού μας και του έθνους μας. Και στη χάραξη των οποίων δεν συμβάλλουν θεατρικές πρωτοβουλίες και σκηνοθετημένες «ομοψυχίες». Όπως οι συναντήσεις των πολιτικών αρχηγών στο Προεδρικό Μέγαρο. 

Ο Αντώνης Ν. Βγόντζας είναι νομικός