Δέχθηκε χτυπήματα στο κεφάλι ενόσω προσπαθούσε να εμποδίσει ομάδες νεαρών ταραξιών από το να βάλουν φωτιά σε κάδους απορριμμάτων, κοντά στο σπίτι του στο Ιλινγκ του Δυτικού Λονδίνου. Επί μισή ώρα κειτόταν στο έδαφος χωρίς ούτε οι αστυνομικοί ούτε οι νοσοκόμοι να μπορούν να πλησιάσουν, καθώς δεκάδες νεαροί τούς πέταγαν τούβλα και κομμάτια από το λιθόστρωτο.

Οταν πια ο 68χρονος άνδρας μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο, τη νύχτα της Δευτέρας, οι γιατροί τον έβαλαν σε μηχάνημα τεχνητής υποστήριξης. Μέχρι και την Τετάρτη, κανείς δεν ήξερε ποιος είναι, του είχαν κλέψει το πορτοφόλι και δεν είχε πάνω του κανένα έγγραφο, οι Αρχές ζητούσαν βοήθεια και πληροφορίες από το κοινό. Ο Ρίτσαρντ Μάνινγκτον Μπόους υπέκυψε τελικά τη νύχτα της Πέμπτης, έγινε έτσι ο πέμπτος νεκρός των ταραχών.

Η αστυνομία περιέγραψε τον συνταξιούχο λογιστή, που ζούσε μόνος στο Ιλινγκ, ως έναν «ερημίτη» που είχε αποκοπεί από τον κόσμο μετά τη συνταξιοδότησή του. Οι γείτονες τον περιέγραψαν ως έναν άνδρα «με παλιομοδίτικες αξίες» ο οποίος δεν δίσταζε να τα βάζει με τους νεαρούς που ουρούσαν, έκαναν φασαρίες ή πετούσαν σκουπίδια στον δρόμο μπροστά από το σπίτι του.

Αυτόπτες μάρτυρες περιέγραψαν πώς, το βράδυ της Δευτέρας, ο Μπόους παγιδεύτηκε ανάμεσα σε δυο συμμορίες που προκάλεσαν εκτεταμένες ζημιές σε καταστήματα και κατοικίες στη διάρκεια ενός εξάωρου οργίου καταστροφών. Ενας γείτονας είπε πως τον είδε να πηγαίνει πέρα - δώθε στον δρόμο ανάμεσα στις δύο ομάδες: «Εμοιαζε λίγο μπερδεμένος. Μετά οι νεαροί άρχισαν να βάζουν φωτιές. Τον είδα να δείχνει, να χειρονομεί, προφανώς τους είπε να σταματήσουν. Μετά, βρέθηκε στο έδαφος». Η αστυνομία έχει συλλάβει ως ύποπτο για τη δολοφονία έναν 22χρονο.