«Το υψηλότερο ποσοστό ανεργίας παρατηρείται σε όσους έχουν τελειώσει μερικές τάξεις δημοτικού (46,2%).

Τα χαμηλότερα ποσοστά παρατηρούνται σε όσους έχουν διδακτορικό ή μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών (11,3%) και στους πτυχιούχους της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (18,4%)» ΕΛΣΤΑΤ. 

Τα παραπάνω λόγια εξηγούν με τον πιο παραστατικό τρόπο γιατί τις μέρες ετούτες οι ελληνικές οικογένειες εν χορώ αγωνιούν για το πρώτο αγώνισμα ζωής των παιδιών τους. Καθώς η έμφυτη (εκ… γενετής) καχυποψία μας σε θανατηφόρο συνδυασμό με τον κρατισμό των πολιτικών μας απέκλεισε τα δοκιμασμένα συστήματα που εφαρμόζονται σ΄ ολόκληρο τον προηγμένο κόσμο, η εισαγωγή των ελληνόπουλων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση μέσω ομαδικών εξετάσεων ήταν μονόδρομος. Βλέπετε, οι Πανελλήνιες Εξετάσεις έχουν τεράστια μειονεκτήματα για τους μαθητές, τις οικογένειες τους και την εκπαιδευτική διαδικασία στο σύνολο της, έχουν όμως και ένα τεράστιο πλεονέκτημα: είναι αδιάβλητες και ασκούν την ίδια… αρνητική επίδραση σε όλους.

Μια άλλη ανάγνωση των παραπάνω όμως, εύκολα οδηγεί στο συμπέρασμα πως οι εκατοντάδες χιλιάδες πτυχιούχων έχουν εκτοπίσει από τις θέσεις εργασίας όσους έχουν λάβει εκπαίδευση χαμηλότερης στάθμης, αποφοίτους δευτεροβάθμιας ή και πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης. Εύλογα ο κάθε εργοδότης θα προτιμήσει να προσλάβει κάποιον με περισσότερα προσόντα (με τον ίδιο μισθό), κρίνοντας ότι αυτό θα ωφελήσει την επιχείρηση του. 

Τα προηγούμενα χρόνια, έως και τα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας το αντικείμενο των σπουδών ήταν λιγότερο σημαντικό από τις ίδιες τις σπουδές, αφού το πτυχίο σχεδόν ανεξάρτητα από το τι έγραφε πάνω εξασφάλιζε στον κάτοχο του άνετη και καλοπληρωμένη δουλειά, συνήθως στο ελληνικό δημόσιο. Αποτέλεσμα, οι οικογένειες αδιαμαρτύρητα δέχονταν να πληρώνουν αδρά τη «δωρεάν παιδεία», αφού το ετήσιο κόστος για έναν φοιτητή σε άλλη της γενέθλιας πόλη έφτανε αν δεν ξεπερνούσε τις 10 χιλιάδες ευρώ. Από τα τέλη της προηγούμενης δεκαετίας η εύκολη αυτή αποκατάσταση σταμάτησε και για τα επόμενα πολλά πολλά χρόνια δεν προβλέπεται να επαναληφθεί.

Η εξίσωση λοιπόν θα αντιστραφεί και σημαντικό θα γίνει το αντικείμενο των σπουδών, καθώς το πτυχίο από μόνο του θα έχει μικρότερη αξία από το χαρτί που είναι τυπωμένο. Εδώ είναι και η ειδοποιός διαφορά με τα προηγούμενα χρόνια αφού οι περισσότεροι επιστημονικοί τομείς πάσχουν από υπερπληθυσμό. Για να ξεχωρίσεις θα πρέπει να είναι πράγματι καλός στον τομέα σου, να αποκτήσεις εξειδίκευση και πάνω απ όλα, να έχεις συνεχή διάθεση βελτίωσης. Αυτό σημαίνει πως καλός θα γίνεσαι μονάχα σε κάτι το οποίο αγαπάς. Αυτό λοιπόν είναι το νέο σημαντικό, όχι απλά να σπουδάσεις επιστήμη με προοπτικές, αλλά το αντικείμενο των σπουδών σου με το αντικείμενο (ιδανικά) των ονείρων σου να συμπίπτουν.

Το ελληνικό σύστημα συχνά αποπροσανατολίζει τα παιδιά, βάζοντας να σπουδάσουν «ότι τύχει». Μία ακόμα παρενέργεια του εξεταστικού μας συστήματος που πλέον ευτυχώς δεν είναι μονόδρομος.       

  • Ο Κώστας Ν. Πολυχρονάκης είναι Director of Operations Gen.Edu.Gr