Γερμανική έκθεση καταγγέλλει Τουρκία, Ρωσία και Κίνα για κατασκοπεία και κυβερνοεπιθέσεις.

Σύμφωνα με την γερμανική υπηρεσία πληροφοριών (BfV), η βιομηχανική κατασκοπεία μπορεί να κοστίζει στις γερμανικές εταιρείες δισεκατομμύρια δολάρια κάθε χρόνο, με μικρές και μεγάλες εταιρείες να αντιμετωπίζουν τις μεγαλύτερες απώλειες. Ανάμεσα στις πολλές και διαφορετικές απειλές που καταγράφονται στην μακροσκελή έκθεση, δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στην άνοδο της ψηφιακής κατασκοπείας.

Γίνεται λόγος για αξιοσημείωτη άνοδο της κατασκοπείας από την τουρκική ΜΙΤ το 2016, μετά και την αποτυχημένη προσπάθεια πραξικοπήματος στις 15 Ιουλίου. Επίσης, καταγράφεται και η προσπάθεια της Ρωσίας να εισβάλει «ψηφιακά» στην προεκλογική διαδικασία και να επηρεάσει το αποτέλεσμα των βουλευτικών εκλογών της 24ης Σεπτεμβρίου 2017. Κύριοι στόχοι των ηλεκτρονικών εισβολών είναι το υπουργείο Εξωτερικών, οι πρεσβείες, τα υπουργεία Οικονομίας και Οικονομικών, η Καγκελαρία και οι γερμανικές στρατιωτικές δομές.

Όπως δήλωσε ο υπουργός Εσωτερικών, Thomas de Maiziere, η κυβέρνηση συνεργάζεται με τις εταιρείες της χώρας, κυρίως στους τομείς των οπλικών συστημάτων, του Διαστήματος και της αυτοκινητοβιομηχανίας για να υψωθεί γύρω τους ένα «τείχος προστασίας», αναφέρει σχετικό δημοσίευμα του Reuters.

Όπως αναφέρει η έκθεση, Ρωσία, Κίνα και Ιράν για διαφορετικούς λόγους το κάθε κράτος, κατασκόπευαν τη Γερμανία. Η Ρωσία αποσκοπούσε στην άρση των οικονομικών κυρώσεων που της είχαν επιβληθεί από την Ε.Ε. μετά τις ενέργειές της στην Ουκρανία, ενώ η ελεγχόμενη από το ρωσικό κράτος ομάδα χάκερ APT 28, γνωστή και ως «Fancy Bear», συνέχισε να επιτίθεται σε πολιτικούς στόχους.

Παράλληλα, μέσα από τα λεγόμενα trolls, η Ρωσία επιχειρούσε να επηρεάσει την γερμανική κοινή γνώμη με οργανωμένες δράσεις προπαγάνδας και παραπληροφόρησης.

Το Ιράν είχε κυρίως φιλο-εβραϊκούς στόχους και πολιτικούς αντιπάλους του καθεστώτος της Τεχεράνης. Σύμφωνα με την γερμανική υπηρεσία πληροφοριών, η ψηφιακή κατασκοπεία από την πλευρά της Κίνας αυξήθηκε μετά την ανάληψη της προεδρίας από τον Πρόεδρο Xi, το 2013.

Πηγή: cnn.gr