Παρακολουθώντας κάποιος τη συζήτηση που διεξάγεται για την αξιοποίηση των κτηρίων τα οποία έχουν παραχωρηθεί στο Πολυτεχνείο Κρήτης μπορεί να ομαδοποιήσει τα επιχειρήματα σε τρεις κατηγορίες: α) αυτά που προβάλλονται από τους καταληψίες, οι οποίοι ισχυρίζονται ότι έχουν δικαίωμα ως μια αυτόνομη συλλογικότητα με δικό της αξιακό κώδικα, τρόπο ζωής και συμπεριφοράς να καταλαμβάνουν χώρους για τη βίωση του δικού τους τρόπου ζωής, β) αυτά που εκφράστηκαν από τους 50 υπογράφοντες οι οποίοι πιστεύουν ότι η παραχώρηση των κτιρίων σε ιδιώτες θα αλλοιώσει το χαρακτήρα των κτηρίων και θα επιβαρύνει τουριστικά μια ήδη βεβαρημένη περιοχή και γ) αυτά του Πολυτεχνείου το οποίο πιστεύει ότι ως ιδιοκτήτης έχει δικαίωμα να αξιοποιήσει τα κτήρια όπως εκείνο πρεσβεύει προς όφελος του Ιδρύματος και κατ’ επέκτασιν των φοιτητών. 

Είναι προφανές ότι δεν υπάρχει αντικειμενικός – επιστημονικός τρόπος απάντησης του ερωτήματος ποιος από τους παραπάνω έχει δίκιο, διότι ο καθένας ξεκινάει από ένα επιχείρημα το οποίο θεωρεί αξιολογικά ισχυρότερο έναντι των άλλων και βάσει αυτού σχηματίζει στη συνέχεια την επιχειρηματολογία του. Ο μόνος τρόπος για να κρίνουμε ορθολογικά είναι να οριστεί ένα αποδεκτό πλαίσιο διαλόγου ώστε τα διάφορα επιχειρήματα να μπορούν να αξιολογηθούν με βάση το ίδιο κριτήριο. Το γενικότερο αυτό πλαίσιο δεν μπορεί να είναι άλλο από το ευρύτερο περιβάλλον μέσα στο οποίο δημιουργήθηκε το πρόβλημα, και αυτό είναι όχι ο μικρόκοσμος των Χανίων αλλά η λειτουργία της χώρας συνολικά. Πώς βλέπουμε δηλαδή τη λειτουργία των θεσμών στη χώρα μας και ποια είναι τα μεγαλύτερα προβλήματα που πρέπει να λυθούν για να επιταχυνθεί η πρόοδος και η ανάπτυξή της. 

Ίσως θα μπορούσαμε να δώσουμε πολλές απαντήσεις στο παραπάνω ερώτημα που αφορά στο κύριο πρόβλημα της χώρας αλλά η σωστότερη νομίζω ότι είναι το πρόβλημα της ανομίας. Αν εξετάσουμε τα περισσότερα από τα άλλα προβλήματα θα δούμε ότι προέρχονται από τη μη τήρηση της νομιμότητας. Το ότι έχουμε πτωχεύσει κύρια οφείλεται στη φοροδιαφυγή που είναι μια παράνομη ενέργεια. Τα ρουσφέτια, οι καταπατήσεις, το λαθραίο εμπόριο, η παράνομη οικοδόμηση, η αναξιοκρατία κλπ. όλα αυτά οφείλονται στη μη τήρηση των νόμων. Νόμοι υπάρχουν αλλά δεν εφαρμόζονται. Αν εφαρμόζονταν οι νόμοι σήμερα δεν θα υπήρχε η κατάληψη των κτηρίων και έτσι το πρόβλημα θα ήταν διαφορετικό και η λύση του πιθανόν ευκολότερη. Σήμερα ένα πρόβλημα καθαρά διοικητικό έχει μετατραπεί σε ιδεολογικό και τείνει να γίνει πολιτικό. Αν λοιπόν συμφωνήσουμε ότι η ανομία είναι το μείζον πρόβλημα τότε θα πρέπει η στάση μας και οι ενέργειές μας να βρίσκονται προς την κατεύθυνση της εφαρμογής του νόμου. Αυτή μας η στάση επίσης πρέπει να είναι συνεπής και σταθερή. Όχι δηλαδή σε ένα θέμα να θεωρούμε ως μείζον τη νομιμότητα και με αυτήν να καθορίζουμε τη στάση μας και σε άλλα να έχουμε κριτήρια που πιθανόν να πηγάζουν από συμφέροντα ή ιδεολογικές τοποθετήσεις. 

Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω δεν νομίζω ότι υπάρχει βάση να συζητηθεί η οποιαδήποτε απαίτηση των καταληψιών. Η ενέργεια τους ήταν από την αρχή μη σύννομη και συνεχίζει να είναι. Ούτε υπάρχει κάποια ένδειξη περί καταπιεσμένης μειονότητας η οποία ασφυκτιά μέσα σε ένα εχθρικό περιβάλλον και γι' αυτό δικαιολογημένα καταφεύγει σε ακραίες ενέργειες. Μάλλον το περιβάλλον έχει προβλήματα από τη συμπεριφορά της μειονότητας την οποία κανείς δεν διώκει. Δεν υποστηρίζεται ότι μειονότητες με ειδικά χαρακτηριστικά δεν πρέπει να υπάρχουν. Το αντίθετο μάλιστα ένα από τα ουσιώδη χαρακτηριστικά της δημοκρατίας είναι και η ανοχή στη διαφορετικότητα και στο διαφορετικό τρόπο ζωής ώστε όλοι οι πολίτες να αισθάνονται στο μέτρο του δυνατού ευτυχείς. Αλλά και οι συλλογικότητες και οι διαφορετικότητες θα πρέπει να σέβονται το περιβάλλον στο οποίο ζουν και να μην συμβάλουν με τη δράση τους στη μείωση της ευτυχίας των άλλων. 

Η περίπτωση των 50 επιστημόνων είναι περισσότερο δύσκολη, διότι προτείνουν μια διαφορετική αξιοποίηση η οποία κατά την άποψή τους θα ήταν περισσότερο ενδεδειγμένη. Κάποιοι βέβαια θα μπορούσαν να προτείνουν και πολλές άλλες μορφές αξιοποίησης. Τρία σημεία μπορούν να αναδειχτούν εδώ. Το πρώτο είναι αν η συμπεριφορά των στα κοινά είναι σταθερή μιας και πολλοί από αυτούς έχουν υπηρετήσει σε θέσεις ευθύνης, ή άλλες φορές τάσσονται υπέρ της νομιμότητας όταν τους εξυπηρετεί και άλλες όχι. Δεύτερον κατά πόσον έχουν το δικαίωμα με την πρότασή τους αυτή να στερούν από τη φοιτητική κοινότητα ένα πολύ μεγάλο ποσόν χρημάτων. Τέλος το να παρουσιάζονται ιδέες χωρίς την ευθύνη ή την προοπτική υλοποίησης αυτό είναι και εύκολο και ανέξοδο. 

Τα επιχειρήματα του Πολυτεχνείου δεν θα σχολιαστούν διότι θεωρούνται αυτονόητα και νομικά και ηθικά. Νομικά διότι σε ένα δημοκρατικό καθεστώς ένα Ίδρυμα έχει το δικαίωμα και την υποχρέωση να χρησιμοποιεί την περιουσία του όπως νομίζει καλύτερα. Αλλά και ηθικά, διότι τα χρήματα αυτά θα διατεθούν για την καλύτερη προσφορά του μορφωτικού αγαθού στους φοιτητές το οποίο τελικά επιστρέφει στην χώρα. Ακόμα και αν το Πολυτεχνείο δεν πρότεινε αυτήν την αξιοποίηση αλλά κάποια άλλη, πάλι έπρεπε να ταχτούμε υπέρ της άποψης του Πολυτεχνείου, εκτός και αν δεν αναγνωρίζουμε ωριμότητα λήψης αποφάσεων σε θεσμικά όργανα όπως είναι η Σύγκλητος και θεωρούμε ότι θεσμικότερο ρόλο έχουν οι συλλογικότητες και οι ανέξοδα υπογράφοντες κείμενα. 

Και κάτι τελευταίο. Η στήριξη της νομιμότητας θα έλεγε κάποιος ‘’προοδευτικός’’ ότι είναι δεξιός τρόπος σκέψης και παλιότερα ίσως να είχε δίκιο. Για την Ελλάδα όμως σήμερα η νομιμότητα και η εφαρμογή του αυτονόητου όχι μόνο δεν είναι συντηρητική ενέργεια αλλά αποτελεί επαναστατική πράξη. 

* Ο Μουντάκης Κώστας είναι ομότιμος καθηγητής  του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου