Την ώρα που τα στοιχεία δείχνουν πως ένας στους τρεις Έλληνες δουλεύουν μερικώς και αμείβονται αναλόγως, η χώρα ετοιμάζεται να «πανηγυρίσει» την έξοδο της στις αγορές. Ξεπερνώντας τα σύνδρομα του παρελθόντος η κυβέρνηση  προσαρμόστηκε στην πραγματικότητα, αναμένοντας την έμπρακτη απόδειξη θετικής αποδοχής  των πεπραγμένων της. Ο λαός από την πλευρά του διαπιστώνοντας πως οι ελπίδες για άμεση επιστροφή στις «παλιές καλές ημέρες» είναι φρούδες, αρχίζει να ανοίγεται σε «νέες ιδέες». Κυριότερη απόδειξη της μεταστροφής μας είναι το κοινό εύρημα των δημοσκοπήσεων ότι η ανάκαμψη θα έρθει από τον Ιδιωτικό της Οικονομίας τομέα.

Αυτή η παραδοχή καταργεί την απενοχοποίηση του επιχειρηματικού κέρδους, αφού στα χρόνια της μεταπολίτευσης μάθαμε να ταυτίζουμε τον επιχειρηματία με τον απατεώνα, την ίδια ώρα που θεωρούσαμε το «φακέλωμα» επίορκων κρατικών λειτουργών φυσιολογικό, αν όχι «μαγκιά». Η βασική αυτή παραδοχή οδηγεί στην επόμενη λογική σκέψη πως η άνοδος των μισθών από τα 388 ευρώ με τα οποία ένας στους τρεις Έλληνες αμείβεται σήμερα, προϋποθέτει την ραγδαία άνοδο των επενδύσεων από μικρές και μεγάλες επιχειρήσεις. Η πολιτική αντιπαράθεση μοιραία θα μετατοπιστεί από τις παροχές που οι πολιτικοί μας υπόσχονται (και που πλέον όλοι γνωρίζουμε πως δεν μπορούν να κρατήσουν), στις μεταρρυθμίσεις προς διευκόλυνση των επενδύσεων, στη μείωση της γραφειοκρατίας, την ταχύτερη απονομή της δικαιοσύνης και όλα αυτά που τόσα χρόνια συζητάμε πολύ κάνοντας ελάχιστα. Σ’ αυτή την κατανόηση (της ανάπτυξης από τον ιδιωτικό τομέα) οφείλετε και η ραγδαία συρρίκνωση της εκλογικής απήχησης του ΣΥΡΙΖΑ σε όσους έχουν συμφέροντα στο στενό και ευρύτερο Δημόσιο Τομέα. Το ποσοστό αυτό, αθροιζόμενο με αυτά των υπολοίπων κεντροαριστερών κομμάτων ορίζει τον χώρο της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας. Τελικά, ΣΥΡΙΖΑ από τη μια μεριά, Δημοκρατική Συμπαράταξη, Ποτάμι και οι διάφορες άλλες κινήσεις του χώρου μοιραία θα λειτουργούν ως συγκοινωνούντα δοχεία. Ότι κερδίζει η μία πλευρά θα το χάνει η άλλη. 

Αν η ζωή αποτελούνταν από αλληλουχία λογικών κινήσεων η απόσταση που χωρίζει το κατ’ εξοχήν υποστηρικτικό της επιχειρηματικότητας πολιτικό κόμμα από τα υπόλοιπα θα έπρεπε να είναι τεράστια, όχι απλά μεγάλη, τεράστια. Αφού όλοι αναγνωρίζουμε πως το μέλλον βρίσκεται στον ιδιωτικό τομέα, πως στηρίζουμε σε ποσοστά 15% - 20% ένα κόμμα στελέχη του οποίου φρίττουν στην ιδέα της επιχειρηματικότητας και καταβάλουν φιλότιμες προσπάθειες ματαίωσης των επενδύσεων; Βέβαιη απάντηση δεν υπάρχει, πέρα από τον ότι ο κόσμος δεν χτίστηκε σε μία ημέρα. Πιστεύω όμως πως ο κόσμος ακόμα δεν πείθεται από τη συνολική πρόταση της Νέας Δημοκρατίας. Ναι, πιστεύει στον Κυριάκο, όπως έστω και μετά θάνατο δικαίωσε τον πατέρα του, απεχθάνεται όμως πολλές από τις γνωστές «φάτσες» που περιφέρονται κορδωμένοι προσπαθώντας να μας πείσουν πως είναι καλύτεροι επειδή φορούν… γραβάτα. Ο αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας πρέπει να βαδίσει τον δρόμο που χάραξε.          

Κώστας Ν. Πολυχρονάκης
Director of Operations