«…Και τέλος πάντων να τραβούμ’ εμπρός» (Κ. Καβάφης)
Η πραγματικότητα που πληγώνει και το ενδιαφέρον που διχάζει

Έχει λεχθεί ότι οι Έλληνες έχουν ρητορική σχέση με τα μνημεία. Τα σέβονται μόνο κατ’ όνομα, τα επικαλούνται χωρίς συνήθως να γνωρίζουν την ιστορία τους, τα θεωρούν τμήμα του απαξιωμένου δημόσιου χώρου, γιατί κατά βάθος οι περισσότεροι Έλληνες «ούτε συμπάθησαν ούτε εκτίμησαν τα μνημεία τους, είτε είναι πέτρες είτε είναι έργα πνεύματος και λόγου.» (Β. Πετράκος) Και γι’ αυτό έχουμε πολλές ενδείξεις. 

Συχνά παρατηρήθηκε σύγχυση σχετικά με τους τρόπους διαχείρισής τους, πράγμα που οφείλεται τόσο στην έλλειψη πολιτικής όσο και  στην έλλειψη παιδείας. Μεγάλες σταρ φωτογραφήθηκαν στους ιερούς λέοντες της Δήλου και στον Παρθενώνα (Ζ.Λάσκαρη το 1985, Τ. Λόπεζ το 2008) άλλοτε για διαφημιστικούς και άλλοτε για «καλλιτεχνικούς»  σκοπούς,  το Ηρώδειο φιλοξενεί συχνά  ποικίλους λαϊκούς αοιδούς, ενώ μνημειώδη μέγαρα έχουν γίνει χώροι επίδειξης της μόδας ( το έργο του Τσίλερ στην  Ερμούπολη, αλλά ακόμη και τα Προπύλαια του πανεπιστημίου κατά τη δεκαετία του 90), το πολεμικό θωρηκτό  "Αβέρωφ"  δεν το σεβάστηκαν περισσότερο. Οι συζητήσεις που προκλήθηκαν για όλα αυτά μάλλον τους φιλολόγους περισσότερο απασχόλησαν παρά οποιαδήποτε άλλη κοινωνική ομάδα.  

Ωστόσο η  δαπανηρή συντήρηση και η ανάγκη ανεύρεσης πόρων για την ανάδειξη πλήθους μνημείων επέβαλε με την προϊούσα κρίση την αναζήτηση άλλων πηγών πέραν της ισχνής κρατικής χρηματοδότησης. Οι προτάσεις περί εύρεσης χορηγών δεν κάλυψαν ικανοποιητικά δυστυχώς  τις αυξανόμενες ανάγκες, οπότε σε πολλές περιπτώσεις υιοθετήθηκαν επιλογές οικονομικής ενίσχυσης δοκιμασμένες από τη διεθνή πρακτική, (ενοικίαση μνημείων για διαφημιστική και εμπορική χρήση, ιδιωτική παρέμβαση και χρησιμοποίηση για ορισμένο χρόνο), έστω και αν πολλά από αυτά καταγγέλθηκαν και καταγγέλλονται από μια μερίδα αρχαιολόγων και ακαδημαϊκών «ως τρόποι εκπόρνευσης της ιστορίας» μας. (Χρ. Ντούμας, 2007) 

Υπάρχει, ωστόσο,  σαφής , οργανωμένη πολιτιστική πολιτική, ποιος είναι  ο μακρόπνοος σχεδιασμός της ελληνικής πολιτείας  για τη διαχείριση και αξιοποίηση των πολυπληθών και πολύτιμων μνημείων της χώρας; 

Τα θυμήθηκα όλα τα παραπάνω με αφορμή το θέμα που πρόσφατα προέκυψε σε τοπικό επίπεδο για την προτεινόμενη από την Πρυτανεία του Πολυτεχνείου  εκμίσθωση ιστορικού κτιρίου της πόλης μας. Όψιμα διεγέρθηκε, μάλιστα,  μεγάλο ενδιαφέρον για το κτίριο αυτό, αν και πολλά χρόνια είχε εγκαταλειφθεί στην αυθαίρετη διαχείριση μιας ομάδας καταληψιών -  φαινόμενο όχι ασυνήθιστο στην ελληνική κοινωνία. Μια πόλη ολόκληρη, επί χρόνια αδιάφορη στην πλειονότητά της για την ιστορικότητα του συγκεκριμένου κτιρίου, καθώς και πολλών άλλων στην περιοχή μας και όχι μόνο, άρχισε να στοιχίζεται σε ομάδες αντιπαράθεσης αγνοώντας συχνά τα αυτονόητα ή παραβλέποντάς τα. Δεν έλειψαν ούτε οι ιδεολογικοί χρωματισμοί ούτε οι συνήθεις φανατικές αντεγκλήσεις. 

Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το έναυσμα της σύνταξης αυτών των γραμμών:  έχει καλλιεργηθεί επιτηδείως ένα έντονα διχαστικό κλίμα στην πόλη, μια πόλωση με αιχμή την τύχη του ιστορικού διοικητηρίου. 

Ο ιδιοκτήτης του, εν προκειμένω η διοίκηση του τοπικού Πολυτεχνείου, αποφάσισε την εκμίσθωση του κτιρίου σε ιδιωτική εταιρεία, με σκοπό την τουριστική εκμετάλλευση. Λέχθηκαν πολλά γι’ αυτό και παρά τα μεγαλόπνοα σχέδια τονίσθηκε άλλη μία φορά ο κίνδυνος τουριστικοποίησης της πόλης μας και αλλοτρίωσης των μνημειακών χώρων. Πολλοί Χανιώτες, φανατικοί κατά τα άλλα θιασώτες του airbnb, υποστηρικτές κάθε ιδιοτελούς τουριστικής διαχείρισης του δημόσιου χώρου, μπήκαν σε αντιφατικό ομολογουμένως προβληματισμό για το ζήτημα της προτεινόμενης επιλογής της Πρυτανείας. Άλλοι πάλι άρχισαν ανήσυχοι να αναζητούν υπογραφές για την αυτονόητη υποστήριξη του κορυφαίου πνευματικού ιδρύματος, που βρίσκεται στην πόλη μας, ενός από τα σημαντικότερα της χώρας με διεθνή προβολή και καταξίωση. 
Επιτρέψτε μου τη φράση του Γιώργου Γραμματικάκη:  «έπεα πτερόεντα κοινωνικής υποκρισίας…. Η απόσταση, του θεωρητικού ενδιαφέροντος και µιας πραγµατικότητας που διαρκώς πληγώνει, παραµένει αγεφύρωτη» και στη δική μας περίπτωση. 

Η πόλη μας έχει ανάγκη να αξιοποιηθούν και να αναδειχθούν τα μνημεία της είτε από την πολιτεία είτε από ιδιώτες. Ευθύνη της πολιτείας και των αρμόδιων  υπηρεσιών της  είναι  άλλωστε να περιφρουρεί  τον τρόπο ανοικοδόμησης και αποκατάστασης των κτιρίων, εφόσον αυτά εκμισθωθούν σε ιδιωτική εταιρεία. Γνωρίζουμε καλά ότι σε ιστορικές συνοικίες  εργασίες δεν γίνονται ερήμην των ειδικών υπηρεσιών.  Αν μάλιστα αυτές οι υπηρεσίες χρόνια τώρα δεν κατάφεραν να υλοποιήσουν  την αποτελεσματική αποκατάσταση και ανάδειξη του συγκεκριμένου κτιρίου και πολλών άλλων ανάλογων στην περιοχή αυτή και όχι μόνο, μέσα σε συνθήκες σκληρής κρίσης τι πιθανότητες έχουν να το κάνουν;

Σε αυτό το σκοτεινό τοπίο, το Πολυτεχνείο και γενικότερα τα εκπαιδευτικά ιδρύματα σήμερα έχουν ανάγκη χρημάτων για την υποστήριξη τόσο της επιστημονικής τους έρευνας όσο και των κοινωνικών παροχών στους φοιτητές τους. Η όλη πολιτεία της συγκεκριμένης ακαδημαϊκής κοινότητας έως σήμερα μάλλον μας προσφέρει  τα εχέγγυα σωστής διαχείρισης της περιουσίας της και μάλιστα επωφελούς για την πόλη και τον τόπο γενικότερα. Γι αυτό και  η τοπική κοινωνία οφείλει να στηρίζει τις δράσεις της. 

Αναμφισβήτητα το όραμα για τη δημιουργία ενός μεγάλου και σημαντικού Αρχαιολογικού Πάρκου, στην περιοχή του Καστελλιού, όπως προβλέπεται ήδη από το 1977 στη μελέτη Ρωμανού-Καλλιγά μπορεί να είναι όραμα όλων των Χανιωτών. Όμως οφείλουμε να επισημάνουμε ότι 40 χρόνια τώρα είχε ξεχαστεί, ενώ οι προτάσεις των οικείων υπηρεσιών που έχουν δει το φως της δημοσιότητας κατά τις ημέρες αυτές ευήκοα ώτα δεν βρήκαν, όταν εκπονήθηκαν . Υπάρχουν άραγε οι προϋποθέσεις σήμερα να αναληφθεί μια πρωτοβουλία των τοπικών φορέων για αποκατάσταση και αξιοποίηση όλων των σχετικών κτιρίων; Αν ναι, γιατί δεν το έκαναν  σε καιρούς λιγότερο χαλεπούς;  Αν, λοιπόν, μια τέτοια πρωτοβουλία σήμερα είναι περισσότερο ανέφικτη από ό τι στο παρελθόν, τότε μήπως η προτεινόμενη εκμίσθωση και αξιοποίηση του Διοικητηρίου θα μπορούσε να δώσει το έναυσμα για μια αναβάθμιση του ενδιαφέροντος και αναζωπύρωση των σχετικών εργασιών στην περιοχή; 

Πρέπει επί τέλους να πάψουμε να δαιμονοποιούμε το ιδιωτικό σε μία χώρα που η χρεωκοπία της – και δεν αναφέρομαι μόνο στην οικονομική χρεωκοπία –  ανάγεται στη χρόνια κακοδιαχείριση του δημοσίου. Η ανοχή προς συχνά ανεπιτήδειους δημοσίους  λειτουργούς, η εξαγορά και η πελατειακή τους κάλυψη επέφεραν πολύ περισσότερα δεινά σε τούτο τον τόπο από τα δεινά που μπορεί να αποδοθούν στους ιδιώτες, που ηδράση τους αντικειμενικά οριοθετείται και ελέγχεται. Δεν σημαίνουν αυτά απαξίωση του δημοσίου συλλήβδην. Αντιθέτως ικανοί και άξιοι εκπρόσωποι της πολιτείας  αλλά και  ευαισθητοποιημένοι πολίτες ας γίνουν οι φρουροί του δημοσίου και του κοινωνικού συμφέροντος. Καθένας ας αναλάβει τις ευθύνες που του αναλογούν και ας προχωρήσουμε μπροστά χωρίς τις αγκυλώσεις του παρελθόντος και τα αναχρονιστικά στερεότυπα. 

Σε κάθε περίπτωση η συζήτηση των θεμάτων τούτων δεν βλάπτει, πρέπει όμως να γίνεται και με τρόπους τέτοιους ώστε να ωφελεί. Και για να θυμηθούμε τον Καβάφη: 

«Έχει άτοπα πολλά, βεβαίως και δυστυχώς, η Αποικία. 
Όμως υπάρχει τι το ανθρώπινον χωρίς ατέλεια;
Και τέλος πάντων να τραβούμ’ εμπρός.»