Στην εκτίμηση ότι λόγω της βαθιάς ύφεσης θα εισπραχτεί μικρό μέρος από τους φόρους που πρόκειται να επιβληθούν στις επιχειρήσεις εστίασης προχωρά η Γενική Συνομοσπονδία Επαγγελματιών Βιοτεχνών Εμπόρων Ελλάδας σε επιστολή της προς το υπουργείο Οικονομικών. Καταθέτει παράλληλα προτάσεις για το νέο φορολογικό νομοσχέδιο.

«Δεν θα εισπραχθεί ούτε το 20% με 30% των προϋπολογισθέντων φόρων με ύφεση που υπερβαίνει το 7% του ΑΕΠ. Ταυτόχρονα θα οδηγηθούν σε πρωτοφανή κρίση οι επιχειρήσεις εστίασης, οι νέοι και νέες που εργάζονται σε αυτές και φυσικά το τουριστικό μας προϊόν'» σημειώνει η ΓΣΕΒΕΕ σε επιστολή της προς τον αναπληρωτή υπουργό Οικονομικών Παντελή Οικονόμου.

Η Συνομοσπονδία όπως επισημαίνει σε δημοσίευμα του το in.gr, ζητά εκ νέου συνάντηση με την ηγεσία του υπουργείου διότι όπως σημειώνει διαπράττεται ένα έγκλημα «σε βάρος της οικονομίας, των καταναλωτών και των χαμηλών εισοδηματικά στρωμάτων που πλήττονται περισσότερο από την δραματική και δυσανάλογη αύξηση του ΦΠΑ».

Επιπλέον υπενθυμίζει ότι από 2010 έως σήμερα σημειώθηκε αύξηση κατά 44% του χαμηλού συντελεστή (από 9% στο 13%) και κατά 21% του υψηλού συντελεστή (από 19% στο 23%) και χαρακτηρίζει εγκληματική οποιαδήποτε σκέψη για νέα αύξηση. «Αν τελικά αυξηθεί ο συντελεστής ΦΠΑ στο 23% στις 125.000 επιχειρήσεις εστίασης η συνολική αύξηση θα είναι 156% μέσα σε ενάμιση χρόνο (από 9% σε 23%)».

Χαρακτηρίζει τέλος επικίνδυνες και παρελκυστικές τις θεωρίες για εξεύρεση ισοδύναμου αποτελέσματος μέσα από αναδιαρθρώσεις συντελεστών ΦΠΑ και θεωρεί ως μοναδική λύση την αύξηση της οικονομικής πίτας και την οικονομική κινητοποίηση των μικρών επιχειρήσεων και ιδιαίτερα των παραγωγικών.

Η ΓΣΕΒΕΕ τονίζει ότι «είναι τεράστιο λάθος, εγκληματικό για την οικονομία και κλάδους επιχειρήσεων να αναζητούμε ισοδύναμο 1 δισ ευρώ - ανασχεδιάζοντας τους συντελεστές ΦΠΑ - που θα προέλθει έτσι ή αλλιώς από φορολόγηση (ΦΠΑ) της ήδη ημιθανούς κατανάλωσης».

Οι μόνοι τρόποι για να προέλθουν περισσότερα έσοδα και να πετύχουμε το ισοδύναμο κατά τη ΓΣΕΒΕΕ είναι:

Μείωση φόρων κατανάλωσης και ιδιαίτερα του ΦΠΑ. Σε πρώτη φάση κατά 2 μονάδες στον υψηλό συντελεστή (23%) και κατά 3 στον μεσαίο (13%).

Ταυτόχρονη διεύρυνση της φορολογικής βάσης και διαρκή και σε μόνιμη βάση έλεγχο στην διακίνηση προϊόντων, εμπορευμάτων και υπηρεσιών. Παντού με φυσική παρουσία συνεργείων ελέγχου. Ο έλεγχος της έκδοσης αποδείξεων και τιμολογίων δεν γίνεται εκ του μακρόθεν, ούτε με τις σύγχρονες μεθόδους (φοροκάρτες κλπ) ή περιορισμούς (όριο 1500 ευρώ για αγορές με μετρητά).

Δραστηριοποίηση επενδυτικής διάθεσης στις μικρές επιχειρήσεις διότι αν το 30% αυτών προσλάμβαναν έως και 1 εργαζόμενο δεν θα ήταν εκρηκτικό το πρόβλημα της ανεργίας.

Λύση του προβλήματος ρευστότητας (τράπεζες, χρέη του δημοσίου προς ιδιώτες).