Η συχνή λήψη αίματος για ιατρικές εξετάσεις μπορεί να έχει αρνητική επίπτωση στην υγεία των ασθενών, υποστηρίζει νέα έρευνα που καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο συχνός αιματολογικός έλεγχος δεν είναι τελικά τόσο αθώος όσο πιστεύουν οι γιατροί.

Σύμφωνα με άρθρο του Archives of Internal Medicine, ερευνητές του Καρδιολογικού και Αγγειολογικού Ινστιτούτου «Saint Luke's Mid America» στο Κάνσας Σίτι του Μιζούρι, υποστηρίζουν ότι περισσότεροι από τους μισούς ασθενείς που έχουν υποστεί έμφραγμα και προσέρχονται στο νοσοκομείο με φυσιολογικά επίπεδα ερυθρών αιμοσφαιρίων, τελικά παίρνουν εξιτήριο με αναιμία, συχνά σοβαρής μορφής ώστε να προκαλεί την εκδήλωση συγκεκριμένης συμπτωματολογίας.

«Τα άτομα που εκδηλώνουν μέτρια αναιμία έχουν περισσότερα συμπτώματα, όπως κόπωση και δύσπνοια, και τελικά υψηλότερη θνησιμότητα, μετά την έξοδο από το νοσοκομείο. Αυτό δεν αποδεικνύει ότι η αναιμία προκαλεί το κακό κλινικό αποτέλεσμα, αλλά σίγουρα είναι ένας σημαντικός παράγοντας κινδύνου», εξηγεί ο Δρ Μικχάιλ Κοσιμπόροντ που ηγήθηκε της επιστημονικής ομάδας.

Για την καλύτερη κατανόηση των αιτίων της απώλειας αίματος που προκαλεί την αναιμία, οι επιστήμονες μελέτησαν περισσότερους από 17.000 εμφραγματίες ασθενείς που είχαν νοσηλευθεί σε 57 αμερικανικά νοσοκομεία, με φυσιολογικό αριθμό αιμοσφαιρίων κατά την εισαγωγή τους.

Όπως αναφέρει το health.in.gr, ένας στους πέντε ασθενείς τελικά εκδήλωσε μέτρια ή σοβαρή αναιμία κατά την παραμονή του στο νοσοκομείο. Στους ασθενείς αυτούς είχαν αφαιρεθεί συνολικά 174 χιλιοστά του λίτρου για αιματολογικές εξετάσεις, ενώ στους ασθενείς που δεν εκδήλωσαν αναιμία, μόνο 84 mL.

Αξίζει να σημειωθεί ότι για κάθε 50 mL αίματος που συλλέγονταν, ο κίνδυνος αναιμίας αυξανόταν κατά 18%. Επίσης καταγράφηκε μεγάλη διαφοροποιήσει μεταξύ των νοσοκομείων, γεγονός που δείχνει ότι ορισμένοι γιατροί χρησιμοποιούν με περισσότερη σύνεση τις διαθέσιμες διαγνωστικές εξετάσεις, από άλλους.

«Η συλλογή αίματος για εξετάσεις κατά τη νοσηλεία του ασθενή είναι σημαντικό κομμάτι της νοσοκομειακής φροντίδας και ποτέ μέχρι σήμερα δεν πιστεύαμε ότι έχει αρνητικές επιπτώσεις. Τώρα που το διαπιστώσαμε σαφώς και θα πρέπει να σκεφτόμαστε πιο σοβαρά την αναγκαιότητα των αιματολογικών ελέγχων και την συχνότητά τους», εξηγεί ο Δρ Κοσιμπόροντ.

Πάντως η έρευνα δεν εξέτασε κατά πόσο οι αιματολογικές εξετάσεις ήταν αναγκαίες ή όχι. Αρκετοί επιστήμονες υποστηρίζουν ότι οι αιματολογικοί έλεγχοι γίνονται συχνότερα απ’ ότι είναι ιατρικά επιβεβλημένοι, επιβαρύνοντας και το οικονομικό κόστος της νοσηλείας του ασθενή.

Επόμενος στόχος των ερευνητών πάντως είναι να μελετήσουν κατά πόσο η χρήση μικρότερων δειγμάτων αίματος ή η επαναχρησιμοποίηση του ίδιου δείγματος μπορεί να επιφέρει κάποια αλλαγή ως προς την αναιμία.