Δεν προτείνει μόνο την έξοδο της Γερμανίας από τη ζώνη του ευρώ ο Αμερικανός οικονομολόγος, βραβευμένος με το Νόμπελ Οικονομίας και σύμβουλος του πρωθυπουργού κ. Γιώργου Παπανδρέου. Στο τελευταίο του βιβλίο, με τίτλο «Freefall» (στα ελληνικά «Ο θρίαμβος της απληστίας»), ο Τζόζεφ Στίγκλιτς ασχολείται εκτενώς με το οικονομικό πρόβλημα, ασκεί δριμεία κριτική στο ΔΝΤ και τις χώρες της ΕΕ, αλλά και επικρίνει τον τρόπο που δανειζόταν η Ελλάδα επί πρωθυπουργίας Κώστα Σημίτη και Κώστα Καραμανλή.

Όσον αφορά στην Ελλάδα, σύμφωνα με το PROTO THEMA, δίνει πρώτα ένα ιστορικό της οικονομικής κατάστασης της χώρας: «Η Ελλάδα είχε επιδοθεί σε παραπλανητική λογιστική με τη συνδρομή και υποκίνηση χρηματοπιστωτικών εταιρειών». Αφήνει αμέσως μετά αιχμές για την περίοδο Σημίτη σε σχέση με τον τρόπο που κινήθηκε ο νυν πρωθυπουργός κ. Γιώργος Παπανδρέου: «Τον Οκτώβριο του 2009 η Ελλάδα εξέλεξε νέα κυβέρνηση. Προεκλογικά ο νέος πρωθυπουργός, Γιώργος Παπανδρέου, είχε υποσχεθεί περισσότερη διαφάνεια. Μόλις εξελέγη εκπλήρωσε την υπόσχεσή του, πράγμα σπάνιο, δημοσιοποιώντας διάφορα προβλήματα στους λογαριασμούς του κράτους, και όταν ανακαλύφθηκε ένα ακόμα πρόβλημα -η χρήση ενός παραγώγου της Goldman Sachs, προκειμένου να δοθεί μια εξωραϊσμένη εικόνα της δημοσιονομικής θέσης της χώρας, η οποία πάσχιζε να καλύψει τις προϋποθέσεις ένταξης της ευρωζώνης- το δημοσιοποίησε και αυτό. Όμως, οι χρηματοπιστωτικές αγορές προτίμησαν να μην ανταμείψουν αυτή την ειλικρίνεια -αντιθέτως, τιμώρησαν άγρια την Ελλάδα».

Επίσης, χαρακτηρίζει ως «δημοσιονομικά απερίσκεπτη χώρα» την Ελλάδα επί πρωθυπουργίας Κώστα Καραμανλή και την παραλληλίζει με την Αμερική του Μπους του νεότερου.

Ο τρόπος που διαχειρίστηκε η Ευρώπη την οικονομική κρίση με αιχμή του δόρατος την Ελλάδα φαίνεται να τον έχει απογοητεύσει. Αφού πρώτα χαρακτηρίζει την περίπτωση της Ελλάδας ως «την πιο τρομακτική πρόκληση που ανέκυψε από την παγκόσμια κρίση», μετά υπεισέρχεται στις λεπτομέρειες: «Η έξωθεν επιβαλλόμενη λιτότητα δεν θα επιφέρει μόνο δυσπραγία στις πληττόμενες χώρες, αλλά θα εξασθενήσει την ευρωπαϊκή οικονομία και θα υπονομεύσει την υποστήριξη για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Επίσης, η ακροσφαλής πολιτική συνεπάγεται έναν κίνδυνο: περιμένοντας πάρα πολύ, ή επιβάλλοντας υπερβολικά επαχθείς όρους, η ευρωζώνη μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπη με μια κρίση πολύ χειρότερη από εκείνη που έχει μέχρι στιγμής βιώσει».

Και συνεχίζει, τονίζοντας πως, «όταν τόσες πολλές χώρες προχωρούν σε πρόωρες περικοπές δαπανών, η παγκόσμια συνολική ζήτηση θα μειωθεί και ο ρυθμός οικονομικής μεγένθυσης θα επιβρανδυθεί -οδηγώντας ακόμα και σε νέα ύφεση, αμέσως μετά την έξοδο από την πρώτη».

Επίσης, επισημαίνει πως η μείωση της φορολογίας -η οποία προτείνεται εσχάτως για την αντιμετώπιση της ύφεσης και στην Ελλάδα- δεν αρκεί. «Δυσάρεστη αλήθεια: σε μια στιγμή όπου η παγκόσμια ανάκαμψη είναι αβέβαιη, κάθε περικοπή δαπανών ή αύξηση φόρων είναι βέβαιο ότι θα οδηγήσει σε ακόμα χαμηλότερους ρυθμούς οικονομικής μεγένθυσης, ενδεχομένως σπρώχνοντας πολλές οικονομίες σε ύφεση, αμέσως μετά από την έξοδό τους από την προηγούμενη».

Σε αυτό το σημείο φέρνει ως παράδειγμα την Αμερική του Μπους το 2008, ο οποίος, προκειμένου να αντιμετωπίσει τη διαφαινόμενη κρίση, προτίμησε να μειώσει τους φόρους χωρίς την παράλληλη αύξηση δαπανών. Η πολιτική του απέτυχε: «Οι Αμερικανοί ήταν φορτωμένοι με χρέη και υπέφεραν από τεράστια αγωνία για το μέλλον, γιατί λοιπόν να ξοδέψουν τη μικρή εκείνη επιστροφή φόρου και να μην την αποταμιεύσουν; Και πράγματι, αποταμίευσαν πάνω από τη μισή, τονώνοντας έτσι ελάχιστα την ήδη επιβραδυνόμενη οικονομία».

Τέλος, στηλιτεύει τον τρόπο που κινείται το ΔΝΤ, φέρνοντας ως παράδειγμα την κρίση του 1990, οπότε και, όπως πιστεύει, το ΔΝΤ με τις πολιτικές του επιδείνωσε την κατάσταση: «το ΔΝΤ δεν έχει κάνει απλώς ελάχιστα για να αποτρέψει την κρίση, αλλά είχε προωθήσει και την πολιτική της απορρύθμισης, η οποία περιελάμβανε την απελευθέρωση των κεφαλαιαγορών και των χρηματοπιστωτικών αγορών, που συνέβαλε στη γένεση της κρίσης και τη ραγδαία εξάπλωσή της σε ολόκληρο τον κόσμο».