Περίπου 8.000 Κύπριοι υποφέρουν από επιληψία και ένας σημαντικός αριθμός από αυτούς, γύρω στις 2.500 παρουσιάζει τη λεγόμενη φαρμακοανθεκτική μορφή της νόσου, η οποία δεν ελέγχεται με συνδυασμό πολλών αντιεπιληπτικών φαρμάκων ή άλλων μη φαρμακολογικών παρεμβάσεων. Με βάση τα διεθνή δεδομένα, το ποσοστό των ατόμων με επιληψία που παρουσιάζει αυτή τη μορφή της νόσου ανέρχεται σε περίπου 30%.

Όπως αναφέρει σε σχετικό άρθρο στο τελευταίο ενημερωτικό δελτίο του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής, ο διευθυντής της Νευρολογικής Κλινικής Β, Σάββας Παπακώστας, "τα άτομα αυτά παρουσιάζουν ελαττωμένη παραγωγικότητα, αυξημένες απαιτήσεις οικονομικής κρατικής υποστήριξης, πολλαπλή δαπανηρή ιατροφαρμακευτική αγωγή, συχνές εισαγωγές για ενδονοσοκομειακή νοσηλεία και κοινωνικά προβλήματα".

Σύμφωνα με τον ίδιο, ένας σημαντικός αριθμός από αυτούς, μπορεί να θεραπευτεί με χειρουργική επέμβαση και για την αναγνώριση και επιλογή τους διενεργείται η παρατεταμένη οπτικο-ηλεκτροεγκεφαλική καταγραφή από τη Νευρολογική Κλινική Β' του Ινστιτούτου Νευρολογίας. Η μελέτη αυτή, αναφέρει ο δρ Παπακώστας, μπορεί να διαρκέσει μέχρι και δύο εβδομάδες, καταγράφοντας τις επιληπτικές κρίσεις των ασθενών.

Στη συνέχεια οι κρίσεις αναλύονται και ταξινομούνται για να διαπιστωθεί (α) με ακρίβεια ποια περιοχή του εγκεφάλου περιλαμβάνει την επιληπτική εστία, (β) αν ο ασθενής έχει όντως επιληψία και όχι κάποια άλλη πάθηση που παρουσιάζει την επιληψία, (γ) κατά πόσον ο ασθενής παρουσιάζει επιληπτικές κρίσεις εν αγνοία του (π.χ. κατά τη διάρκεια του ύπνου) και (δ) να αξιολογηθεί κατά πόσον ο ασθενής είναι δυνητικά θεραπεύσιμος με χειρουργική επέμβαση.

Όπως επισημαίνει ο δρ. Παπακώστας, ένα σημαντικό ποσοστό των ασθενών με φαρμακοανθεκτική μορφή 30%, δεν έχει επιληψία, αλλά μια άλλη πάθηση, η οποία συχνά διαγιγνώσκεται με τη δοκιμασία Video-ΕΕG. "Έτσι, οι ασθενείς αυτοί, μπορούν να τύχουν πιο σωστής θεραπείας και να διακόψουν την αχρείαστη αντιεπιληπτική τους αγωγή". Οι ασθενείς που θεραπεύονται επανεντάσσονται στο κοινωνικοοικονομικό σύστημα και συνεχίζουν έτσι να προσφέρουν με αυξημένη παραγωγικότητα και μειωμένο κόστος φαρμακευτικής περίθαλψης".