«Η πρόσφατη έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής συγκεκριμενοποιεί τα μέτρα που έχουν ήδη ψηφιστεί και θα ισχύσουν από το 2019. Η μέση μείωση που θα δουν οι συνταξιούχοι τον Ιανουάριο του 2019 θα φτάνει το 14%, θα χάσουν δηλαδή πάνω από μία σύνταξη το χρόνο. Η μείωση αυτή θα προστεθεί στις φετινές απώλειες του ΕΚΑΣ, της έκπτωσης των ιατρικών δαπανών, του επιδόματος θέρμανσης, της αλλαγής στον υπολογισμό της προκαταβολής φόρου. Το επόμενο έτος, το 2020, θα προστεθεί στις απώλειες και η μείωση του αφορολόγητου, η οποία για τη μέση σύνταξη των 865 € θα σημάνει την απώλεια ακόμα μίας σύνταξης το χρόνο. Αυτά είναι τα καλά νέα, γιατί όπως ήδη αναφέρθηκε η συνεισφορά του προϋπολογισμού στο σύστημα είναι σταθερή. Αν ακόμα και μετά από την τριπλή αυτή μείωση των συντάξεων υπάρχει πρόβλημα οι μειώσεις είναι μονόδρομος… Η συνέχεια αύριο.»

Για να πιάσουμε το νήμα από εκεί που το αφήσαμε χθες θα πρέπει να ξαναφέρουμε στο μυαλό μας την ουσιώδη διαφορά της τώρα με την προ κρίσης κατάσταση, η οποία δεν είναι άλλη από το ότι τώρα δεν βρίσκουμε δανεικά. Προ κρίσης, το ελληνικό κράτος ναι μεν συνέτασσε προϋπολογισμό, στην πράξη όμως ανεξέλεγκτα  πραγματοποιούσε ότι δαπάνες οι εκάστοτε κυβερνώντες επέλεγαν. Τα λεφτά που στο τέλος έλειπαν τα δανειζόμασταν. Η αδυναμία δανεισμού αγχώνει τον υπουργό των Οικονομικών αφού τον αναγκάζει σε υποχρεωτικές διορθωτικές κινήσεις οι οποίες εφαρμόζονται άμεσα. Αν για παράδειγμα η πρόβλεψη για τους φόρους δεν πάει καλά, τότε άμεσα θα πρέπει να μειωθεί το αντίστοιχο ποσό από δαπάνες. Αυτό, η στενή παρακολούθηση του προϋπολογισμού δεν πρόκειται να αλλάξει, ότι κι αν λένε όσοι μιλούν για εξόδους από τα μνημόνια και εννοούν αλόγιστες δαπάνες για εξαγορά ψήφων. Οι δαπάνες επαναλαμβάνω θα είναι αυτές που «σηκώνει» ο ετήσιος κρατικός προϋπολογισμός. Για να επανέλθω στο συνταξιοδοτικό, αν για οποιοδήποτε λόγο τα λεφτά για τις συντάξεις δεν φτάνουν, τότε είτε θα αυξηθούν οι εισφορές είτε θα μειωθούν οι συντάξεις. Δυστυχώς ή ευτυχώς η πραγματικότητα είναι αυτή και δεν αλλάζει. Ας σταματήσουμε να πιστεύουμε τους ψεύτες.

Το ασφαλιστικό πρόβλημα της Ελλάδος είναι διπλό και αφορά στο δημογραφικό και στην αποεπένδυση. Η λύση του πρέπει να γίνει στοχευμένα τόσο με διευκολύνσεις στα νέα ζευγάρια ώστε να κάνουν περισσότερα παιδιά, όσο και στην οικονομία ώστε οι ενδιαφερόμενοι να επενδύσουν. Τα πραγματικά καλά νέα λοιπόν για τους συνταξιούχους, αλλά για όλους τους Έλληνες γενικότερα θα είναι όταν ακούσουν τους κυβερνώντες να μιλούν για ελεύθερη πρόσβαση σε βρεφονηπιακούς σταθμούς και διευκολύνσεις στους σύγχρονους ήρωες, τους γονείς τριών ή παραπάνω παιδιών, καθώς και παρεμβάσεις στις γνωστές πληγές που εμποδίζουν το επιχειρείν.  

Κώστας Ν. Πολυχρονάκης
Director of Operations