Γέμισαν τα social media αυτές τις ημέρες με εκφράσεις συμπαράστασης για το 19χρονο μοντέλο που συνελήφθη στο Χονγκ Κονγκ, μεταφέροντας 2,5 κιλά κοκαΐνης. «Τι φταίει το παιδί;», «Έπεσε θύμα» και τα συναφή κατακλύζουν τα timeline όλων μας, να υποθέσω…

Κάπου εδώ εγώ πρέπει να γίνω κακός. 

Και να υπενθυμίσω εν αρχή δύο πράγματα: πρώτον ότι η σύλληψη έγινε σε μία δημοκρατική χώρα με συγκεκριμένο νομικό πλαίσιο για την διακίνηση ναρκωτικών και όχι σε καμμία… Μπανανία και επομένως τα δικαιώματά της ως κατηγορουμένης δεν τίθενται εν αμφιβόλω. 

Και δεύτερον, την ηθική απαξία των εγκλημάτων που σχετίζονται με τα ναρκωτικά. 

Συγγνώμη, αλλά εγώ δεν συμπάσχω. Αναγνωρίζω την δεινή θέση της κοπέλας, πρώτος θέλω να διασφαλιστούν όλα τα δικαιώματά της στην αρχή «κανένα έγκλημα, δίχως ποινή», αλλά δεν μπορώ να την δικαιολογήσω. Δεν μπορώ εν γένει να δικαιολογήσω τη γενεσιουργό αιτία αυτής της αποκλίνουσας κοινωνικά συμπεριφοράς: την ανάγκη του «φαίνεσθαι» και την ανάγκη «κοινωνικής αναρρίχησης» σε επίπεδο αποδοχής από ηλεκτρονικούς «ακόλουθους» και «φίλους». 

Βιώνουμε την εποχή του facebook και του instagram. 

Την εποχή που η αξία σου καθορίζεται από τα like και τις κοινοποιήσεις. Την εποχή του ψεύτικου και του πλαστικού. Του εφήμερου και του επιφανειακού. Στον βωμό της ηλεκτρονικής δημοσιότητας, το τίμημα μοιάζει βαρύ, αλλά -φευ- εύπεπτο για όσους αποφασίζουν να πάρουν τον εύκολο δρόμο. 

Καθιστώντας τον εαυτό σου «δημοφιλή» στα social media, γίνεσαι μεν talk of the town, αλλά χάνεις το νόημα και την ουσία. Επιλέγεις τον δρόμο του γρήγορου και εύκολου χρήματος και χάνεις τον εαυτό σου. Ζεις μέσα από μία οθόνη και ένα πληκτρολόγιο, περιμένεις τα μηνύματα επιδοκιμασίας και θαυμασμού στο messenger και το chat και νομίζεις ότι αυτή είναι η ζωή και ότι έτσι εύκολα γίνονται όλα. 

Και όταν -με μαθηματική βεβαιότητα- έρχεται η συρρίκνωση των likes, χάνεις τον κόσμο κάτω από τα πόδια σου. Τα πήλινα πόδια στα οποία δόμησες μια ολόκληρη «καριέρα» και βλέπεις ότι τελικά όλα αυτά ήταν επίπλαστα και εύθραυστα. 

Μαθαίνεις στον γρήγορο πλουτισμό, αλλά κανείς δεν σου διδάσκει ότι τα «εύκολα χρήματα» όσο εύκολα έρχονται, δύο φορές πιο εύκολα χάνονται…

Και κάπου εκεί αρχίζουν τα αδιέξοδα. Προσγειώνεσαι ανώμαλα στην πραγματική ζωή, δίχως εφόδια και με ελάχιστους πραγματικούς φίλους. Προσπαθείς να συμβιβαστείς με τον αγώνα της καθημερινότητας. Αν σου έχει απομείνει δύναμη, τα καταφέρνεις, έστω και μερικώς, αν όχι, καταρρέεις και αποθαρρύνεσαι.

Δεν αναφέρομαι στην υπόθεση της 19χρονης. Δεν την γνωρίζω σε όλο της το βάθος και δεν είναι και δουλειά μου. Αφορμή αποτέλεσε για να εξάρω τον αγώνα των παιδιών εκείνων που στα 19 τους δεν επιλέγουν την fake ζωή των social media, αλλά τις σπουδές και το μεροκάματο. Και που στο τέλος είναι αυτά που μένουν όρθια. 

Δίχως πλαστικές και image makers. Δίχως likes και αιτήματα φιλίας. Αλλά με κόπο, ξενύχτια και προσπάθεια. Αυτά τα παιδιά είναι η ελπίδα αυτής της χώρας προκειμένου να ξεφύγουμε από το αδιέξοδο της κρίσης. Όχι απαραίτητα της οικονομικής. Αλλά της κρίσης αξιών και προτύπων. Το 1984 του Όργουελ μπορεί να είναι εδώ, αλλά σίγουρα δεν είναι κανόνας….

Χαράλαμπος Ι. Πιτσιγαυδάκης
Δικηγόρος