Οι ηγέτες της Ευρωζώνης πορεύονται στην κρίση χωρίς σαφή εικόνα για το πού τελικά θέλουν να καταλήξουν, σχολιάζει σε έκθεσή της με ημερομηνία 26 Αυγούστου 2011 η Bank of America – Merrill Lynch.

Υπογραμμίζει ότι η ρίζα της σημερινής κρίσης χρέους είναι η έλλειψη δημοσιονομικής πειθαρχίας, της οποίας τις συνέπειες οι ευρωπαϊκές ηγεσίες μέχρι στιγμής αντιμετωπίζουν… χαράζοντας γραμμές στην άμμο.

Αν βέβαια η δημοσιονομική πειθαρχία υπήρχε, τότε πιθανότατα δεν θα υπήρχε πιθανότατα ανάγκη έκδοσης ευρωομολόγου, αναφέρει η BofA-ML, το οποίο όμως υπό τις παρούσες συνθήκες μπορεί να αποτελέσει λύση μόνο μέσα από τη μεταβίβαση δημοσιονομικής κυριαρχίας σε ένα κεντρικό επίπεδο.

Μεταξύ άλλων, σημειώνει ότι τα όρια της σημερινής προσέγγισης απέναντι στην κρίση εξαντλήθηκαν όταν αυτή διαχύθηκε στην Ιταλία και την Ισπανία, ωστόσο οι Ευρωπαίοι ηγέτες συνέχισαν να «απαντούν» αποσπασματικά, χωρίς συμφωνία για το θεσμικό πλαίσιο που θα εξασφαλίσει τη βιωσιμότητα της νομισματικής ένωσης και εκφράζοντας θέσεις χωρίς συνοχή ή ακόμα και αντικρουόμενες.

«Η Ελλάδα», σχολιάζουν οι αναλυτές του οίκου, «αποτελεί ένα παράδειγμα για το ότι η ικανότητα ελέγχου επί της δημοσιονομικής πολιτικής είναι μάλλον περιορισμένη, ακόμη και όταν ασκείται στα πλαίσια ενός προγράμματος του ΔΝΤ με την υποστήριξη της Ε.Ε.».

«Την ίδια στιγμή, τα προβλήματα της Ιταλίας καταδεικνύουν ότι υπάρχουν περιορισμοί στην ικανότητα του πυρήνα της Ε.Ε. να αναλάβει το βάρος της χρηματοδότησης της περιφέρειας. Αν η Ιταλία και η Ισπανία χρηματοδοτούνταν από το EFSF με τους ίδιους όρους όπως η Ελλάδα, η Ιρλανδία και η Πορτογαλία, αυτό θα επιβάρυνε το λόγο χρέους/ΑΕΠ της Γαλλίας και της Γερμανίας κατά 14 μονάδες βάσης περίπου, χωρίς καμία εγγύηση ότι τα δημόσια οικονομικά τους και οι οικονομίες του θα μεταρρυθμίζονταν αποτελεσματικά».

Η Bank of America-Merrill Lynch διακρίνει τρεις τρόπους με τους οποίους θα μπορούσε να επιτευχθεί η δημοσιονομική πειθαρχία που θα αντιμετώπιζε στη ρίζα της την κρίση, και όλοι περιλαμβάνουν κάποιας μορφής μεταβίβαση δημοσιονομικής και μακροοικονομικής εθνικής κυριαρχίας σε ένα πιο κεντρικό επίπεδο.

Στο ένα άκρο, όπως σχολιάζει, βρίσκεται η λύση της πολιτικής ένωσης, όπου το σύνολο των αποφάσεων δημοσιονομικής πολιτικής λαμβάνεται σε κεντρικό επίπεδο και εγκρίνεται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Η εκπροσώπηση θα μπορούσε να προσδιορίζεται μέσα από πληθυσμιακά κριτήρια, υπάρχει ωστόσο ο κίνδυνος ότι δεν θα μείνουν ικανοποιημένα όλα τα κράτη-μέλη. Οι χώρες που βρίσκονται σε πιο ισχυρή δημοσιονομική θέση πιθανότατα θα επιθυμούσαν μεγαλύτερη επιρροή στη λήψη αποφάσεων.

Με δεδομένο μάλιστα ότι η Ελλάδα, η Ιρλανδία, η Ιταλία, η Πορτογαλία και η Ισπανία αποτελούν τον 40% του πληθυσμού της Ευρωζώνης, το σύστημα αυτό ίσως να μην ήταν ιδιαίτερα αποτελεσματικό. Επιπλέον, τόσο οι ηγέτες όσο και οι ψηφοφόροι στην Ευρωζώνη είναι μάλλον απρόθυμοι να προχωρήσουν προς αυτή την κατεύθυνση.

Η δεύτερη επιλογή που εξετάζει η BofA-ML βασίζεται σε εκ των υστέρων (ex-post) δημοσιονομικό έλεγχο, σημειώνει ωστόσο ότι οι ex-post κυρώσεις αποτελούν είτε πολύ μικρό «φόβητρο» είτε υπερβολικά μεγάλο.

Ένα τέτοιο σύστημα βασίζεται στην ύπαρξη μίας κεντρικής ευρωπαϊκής αρχής με υπερεθνικές εξουσίες και ικανότητα ελέγχου της βιωσιμότητας των δημόσιων οικονομικών. Σε περίπτωση που διαπιστώνονται παραβάσεις των δημοσιονομικών κανόνων, η αρχή αυτή θα πρέπει να έχει την εξουσία να επιβάλει κυρώσεις με τρόπο αντίστοιχο της Επιτροπής Ανταγωνισμού. Επί της ουσίας, πρόκειται για μία ενδυναμωμένη και από-πολιτικοποιημένη εκδοχή του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, παρόμοια με τις προτάσεις που διατύπωσαν πρόσφατα η Γαλλία και η Γερμανία. Ωστόσο, οι λεπτομέρειες όσων παρουσίασε η γαλλογερμανική πλευρά αποκαλύπτουν και τις αδυναμίες που υπάρχουν. Ο προϋπολογισμός της Ε.Ε. είναι πολύ μικρός για να λειτουργήσει ως… «μαστίγιο». Επίσης, όπως και στο παρελθόν, ο εντοπισμός και η αντιμετώπιση των συνεπειών των παραβάσεων ενδέχεται να είναι μία υπερβολικά χρονοβόρα διαδικασία. Γενικά, τα συστήματα επιβολής ποινών έχουν μέχρι σήμερα αποδειχθεί ελαττωματικά, τόσο στη θεωρία όσο και στην πράξη.

Η τρίτη επιλογή βασίζεται στον εκ των προτέρων (ex-ante) δημοσιονομικό σχεδιασμό, ένα σύστημα που αν και δεν είναι τέλειο, είναι αρκετά υποσχόμενο. Η λύση αυτή προϋποθέτει ότι τα κράτη-μέλη θα πρέπει να παραιτηθούν εκ των προτέρων από την εξουσία τους επί του δημοσιονομικού τους σχεδιασμού, ο οποίος θα πραγματοποιείται, τουλάχιστον κατά ένα μέρος του, σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Κι αυτό, με τρόπο που καμία εθνική δημοσιονομική πολιτική να μην μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τη σταθερότητα της Ευρωζώνης.

Η λύση αυτή προϋποθέτει επίσης την ύπαρξη ενός υπερεθνικού σώματος που οι αποφάσεις του θα υπερισχύουν των εθνικών. Για παράδειγμά, θα μπορεί να εγκρίνει τους ετήσιους προϋπολογισμούς ή να διατυπώνει συστάσεις ώστε να διασφαλίζει την ευθυγράμμισή τους με ένα πολυετές Πρόγραμμα Σταθερότητας, όταν αυτό κρίνεται απαραίτητο.

Το ερώτημα παραμένει, πώς θα αντιμετωπίζονται οι παραβάσεις, οι περιπτώσεις π.χ. χωρών που αντλούν μεγαλύτερη ρευστότητα από αυτή που έχει προσυμφωνηθεί ή δαπανούν πέρα από τις αντοχές τους. Αυτό είναι το σημείο που, όπως εκτιμά η Bank of America – Merrill Lynch, το ευρωομόλογο θα μπορούσε να παίξει κάποιο ρόλο.

Μία κεντρική Αρχή Διαχείρισης Χρέους θα μπορούσε να δανείζεται για λογαριασμό των κρατών-μελών και στη συνέχεια να διανέμει πόρους ανάλογα με τα σχέδια χρηματοδοτικών αναγκών κάθε χώρας. Σε περιπτώσεις παραβάσεων, οι χώρες-μέλη θα έπρεπε να «απολογηθούν» ενώπιον της υπερεθνικής επιτροπής προϋπολογισμού.

Η προσέγγιση αυτή εγείρει ζητήματα δημοκρατικής νομιμοποίησης, αν και υπάρχουν διάφοροι τρόποι για να επιλυθούν:

- Η χάραξη δημοσιονομικής πολιτικής θα μπορούσε να περάσει στα «χέρια» μία επιτροπής τεχνοκρατών ώστε να διασφαλίζεται η βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών, όπως συμβαίνει με τη νομισματική πολιτική, μέσα από τροποποίηση της Συνθήκης της Ε.Ε. και επικύρωσή της από τις συμμετέχουσες χώρες.

- Με δεδομένο ότι η χάραξη δημοσιονομικής πολιτικής εμπεριέχει περισσότερες κοινωνικές διαστάσεις από τη νομισματική πολιτική, η εξουσία της επιτροπής προϋπολογισμούς θα μπορούσε να είναι περιορισμένη μόνο στην επίτευξη ενός συγκεκριμένου στόχου για το έλλειμμα, για το χρέος ή για την εξέλιξη της πορείας δαπανών και εσόδων. Έτσι κάθε εθνικό κοινοβούλιο θα μπορούσε στη συνέχεια να κατανέμει τους διαθέσιμους πόρους με «οδηγό» αυτό το στόχο.

- Ένας άλλος τρόπος για τη δημοκρατική νομιμοποίηση μία επιτροπής προϋπολογισμού θα ήταν η έγκριση των συστάσεων που θα διατυπώνει σε διακυβερνητικό επίπεδο, π.χ. σε επίπεδο Αρχηγών Κρατών.

Σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με το δημοσίευμα στο capital.gr, στην έκδοση ενός ευρωομολόγου θα έπρεπε να συμμετέχουν όσο το δυνατόν περισσότερες χώρες, ώστε να διασφαλίζεται ότι όλα τα κράτη-μέλη θα επωφεληθούν εξ αρχής από τα χαμηλότερα επιτόκια προκειμένου να αποκαταστήσουν τη δημοσιονομική τους βιωσιμότητα.

Επίσης, το ευρωομόλογο θα έπρεπε να αντικαθιστά το σύνολο του υπάρχοντος χρέους για τις χώρες που θα συμμετέχουν, διότι σε διαφορετική περίπτωση θα εξακολουθούν να υπάρχουν πιθανότητες μιας χρεοκοπίας ή ενός πιστωτικού γεγονότος.