Το Ερεβάν είναι η πρωτεύουσα και η μεγαλύτερη πόλη της Αρμενίας στην οποία το 2015 επί υπουργίας Αριστείδη Μπαλτά, έγινε η σύνοδος των 48 Ευρωπαίων υπουργών Παιδείας που έρχεται σήμερα να ταράξει τα από καιρό λιμνάζοντα ύδατα στην τριτοβάθμια εκπαίδευση της πατρίδας μας. Η απόφαση της συνόδου του Ερεβάν ήρθε ουσιαστικά σαν το επόμενο βήμα μιας προηγούμενης απόφασης των υπουργών της Παιδείας στο μακρινό 1999, απόφασης που έγινε γνωστή σαν «Συνθήκη της Μπολόνια».

Από την εισαγωγή ενός πιο συγκρίσιμου, συμβατού και συνεκτικού συστήματος για την ευρωπαϊκή τριτοβάθμια εκπαίδευση, το οποίο ταυτόχρονα διευκολύνει την κινητικότητα φοιτητών, καθηγητών και ερευνητικού προσωπικού (που είναι η Μπολόνια), στην πιστοποίηση των προγραμμάτων σπουδών όλων των ευρωπαϊκών ιδρυμάτων, με σκοπό την άμεση αναγνώριση επαγγελματικών και ακαδημαϊκών δικαιωμάτων των αποφοίτων τους. Μάλιστα, αποφασίστηκε ότι μέχρι το 2020 οι ακαδημαϊκοί τίτλοι των αποφοίτων των ευρωπαϊκών ΑΕΙ θα αναγνωρίζονται αυτόματα στις 48 χώρες, φτάνει να έχουν πιστοποιηθεί. Σκόπιμο να αναφερθεί ότι η πιστοποίηση των προγραμμάτων σπουδών ακολουθείται στη συντριπτική πλειονότητα των χωρών εκτός Ευρώπης, ακόμη και σε περιοχές όπως η Νοτιοανατολική Ασία, η Λατινική Αμερική και πολύ πρόσφατα η Αφρική.   

Τα περισσότερα προγράμματα των ελληνικών Πανεπιστημίων και ΑΤΕΙ δεν πρόκειται να αντιμετωπίσουν αξεπέραστα προβλήματα, υπάρχουν όμως και πολλά προγράμματα που δυσκολευτούν σοβαρά. Βλέπετε, μεταξύ των κύριων στόχων είναι τα προγράμματα σπουδών να επικαιροποιηθούν με βάση τις επιστημονικές εξελίξεις, καθώς και τις ανάγκες της ελληνικής αλλά και της διεθνούς αγοράς εργασίας. Περιττό να τονίσουμε ότι ήδη οι εργοδότες στην Ευρώπη θεωρούν την πιστοποίηση του πτυχίου σημαντικό εφόδιο στο βιογραφικό ενός υποψηφίου.

Επίσης περιττό να αναφέρουμε ότι η διαδικασία αυτή θα ανατρέψει πολλές σταθερές στα ΑΕΙ και θα καταδείξει τις ευθύνες του υπουργείου Παιδείας αλλά και των ιδρυμάτων, καθώς στην Ελλάδα λειτουργούν ολόκληρα τμήματα είτε με παρωχημένα προγράμματα σπουδών (πιθανόν σύγχρονα την εποχή που δημιουργήθηκαν αλλά που για διάφορους λόγους δεν παρακολούθησαν τις εξελίξεις), είτε χωρίς ιδιαίτερο αντικείμενο στην επιστημονική κοινότητα ή στην αγορά εργασίας. Σημαντικό για την αξιολόγηση τέλος, τα ιδρύματα να προωθούν την δημιουργική επικοινωνία των φοιτητών με τους διδάσκοντες, καθώς και την αξιολόγηση τους με τρόπους που ευνοούν την ανάπτυξη κριτικής σκέψης (κάτι γενικότερα ζητούμενο στην εκπαίδευση μας).

Είναι από τα παραπάνω σαφές ότι η περίοδος που κάποιοι μπορούσαν χωρίς κόπο να απολαμβάνουν το status είτε του φοιτητή είτε του ακαδημαϊκού τελειώνει. Η πιστοποίηση από εξωτερικούς αξιολογητές θα «απογειώσει» τα καλά προγράμματα και θα «θάψει» τα υπόλοιπα, αφού η κακή τους επίδοση θα αντανακλάτε σε ολόκληρο το ίδρυμα, κάτι που προφανώς οι πολλοί άξιοι φοιτητές και ακαδημαϊκοί δύσκολα θα ανεχτούν. Λογικές λοιπόν οι αντιδράσεις των υστερούντων γιατί θίγονται, δεν περίμενα τίποτα λιγότερο από την ιερή τους αγανάκτηση για την… εμπορευματοποίηση της γνώσης.