Οι ηλικιωμένοι άνδρες που δεν κοιμούνται επαρκώς μπορεί να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο εκδήλωσης υπέρτασης, σύμφωνα με αμερικανική μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό έντυπο Hypertension.

Σύμφωνα με το health.in.gr, ερευνητές της Ιατρικής Σχολής του Χάρβαρντ με επικεφαλής την Δρ Σούζαν Ρεντλάιν μελέτησαν 784 άτομα και διαπίστωσαν ότι όσοι συγκέντρωναν την ελάχιστη ποσότητα βαθέως ύπνου, είχαν 83% μεγαλύτερο κίνδυνο υπέρτασης, συγκριτικά με εκείνους που κοιμόντουσαν επαρκώς.

Ο ύπνος διακρίνεται σε στάδια ανάλογα με το αν υπάρχουν ταχείες οφθαλμικές κινήσεις (REM=Rapid Eye Movement) ή όχι (NREM=Non REM) και επίσης ανάλογα με τον τύπο των κυμάτων που επικρατούν στο ηλεκτροεγκεφαλογράφημα (ΗΕΓ) και την ένταση του μυϊκού τόνου. Ο NREM ύπνος διακρίνεται με τη σειρά του σε πέντε στάδια: 0, 1, 2, 3, και 4 κατά τα οποία προοδευτικά γίνεται όλο και πιο βαθύς.

Παρόμοια επίδραση εκτιμούν οι επιστήμονες ότι μπορεί να καταγραφεί στις γυναίκες, οι οποίες στην παρούσα μελέτη, δεν συμπεριλήφθηκαν στο δείγμα.

Πιο αναλυτικά, οι επιστήμονες μέτρησαν την ποιότητα του ύπνου των 784 ανδρών που ήταν άνω των 65 ετών, το διάστημα 2007-2009. Στην αρχή κανείς δεν έπασχε από υπέρταση, ενώ 243 κατέληξαν υπερτασικοί στο τέλος της μελέτης.

Οι συμμετέχοντες χωρίστηκαν σε ομάδες σύμφωνα με το ποσοστό χρόνου που διαρκούσε ο ύπνος από το στάδιο του βαθέως ύπνου μέχρι το αντίθετο άκρο. Όσοι εθελοντές είχαν μόνο 4% βαθέως ύπνου είχαν σχεδόν διπλάσιες πιθανότητες υπέρτασης, συγκριτικά με εκείνους που είχαν ποσοστό 17% στη φάση της βαθιάς ύπνωσης.

«Η μελέτη μας δείχνει ότι η κακή ποιότητα ύπνου, όπως αυτή αντανακλάται στον τύπο των κυμάτων που επικρατούν στο ηλεκτροεγκεφαλογράφημα, θέτει τα άτομα σε σημαντικά αυξημένο κίνδυνο εκδήλωσης υπέρτασης. Η υπέρταση έχει διαπιστωθεί ότι αυξάνει το ενδεχόμενο, εγκεφαλικού επεισοδίου, εμφράγματος, και άλλων σοβαράών προβλημάτων υγείας. Αν και δεν συμπεριλάβαμε γυναίκες στο δείγμα, είναι πιθανόν και εκείνες να μην απολαμβάνουν καλής ποιότητας ύπνο, και έτσι να διατρέχουν επίσης αυξημένο κίνδυνο υπέρτασης», εξηγεί η Δρ Ρεντλάιν.