Tρία χρόνια μετά την κατάρρευση της τράπεζας Lehman Brothers, το φάντασμα του 1937 καταδιώκει τις ανεπτυγμένες οικονομίες. Ο Ρούσβελτ, αφού εγκαινίασε το 1933 το Νιου Ντιλ, αποφάσισε στα τέλη του 1936 να εξομαλύνει την οικονομική πολιτική. Το αποτέλεσμα ήταν στο δεύτερο εξάμηνο του 1937 η βιομηχανική παραγωγή να μειωθεί κατά 27% και η ανεργία να εκτιναχθεί από το 9,6% στο 13,6% του ενεργού πληθυσμού.

Το 2011, με ένα έλλειμμα και ένα δημόσιο χρέος που φτάνουν το 10% και το 100% του ΑΕΠ αντιστοίχως, και με μηδενικά επιτόκια εδώ και τρία χρόνια, οι Ηνωμένες Πολιτείες γνωρίζουν ταυτόχρονα μια πολύ χαμηλή ανάπτυξη (μόλις 0,8% το πρώτο εξάμηνο) και ένα ιστορικά χαμηλό ποσοστό απασχόλησης (58%).

Κάτω από την πίεση των αγορών και της Γερμανίας, γράφει ο γάλλος οικονομολόγος Νικολά Μπαβερέζ στη Μοντ, η Ευρώπη ακολουθεί μια πολιτική λιτότητας, χωρίς να πετυχαίνει την ανάπτυξη, και με την ανεργία να ξεπερνά το 10%. Η κρίση απειλεί όχι μόνο το ευρώ, αλλά 60 χρόνια οικοδόμησης. Οι ανεπτυγμένες οικονομίες είναι αιχμάλωτες του διλήμματος ανάμεσα στην ανάπτυξη και την αποπληρωμή του χρέους. Ο δεύτερος στόχος επιβάλλει περικοπές στις κοινωνικές δαπάνες και αύξηση των φόρων, που τιμωρεί την οικονομική δραστηριότητα. Στην πραγματικότητα, η ανάπτυξη αποτελεί προϋπόθεση για την απαλλαγή από το χρέος.

Όμως το Κράτος, ο μοναδικός οικονομικός παράγων που κατά τον Κέινς θα μπορούσε να απελευθερωθεί από αυτούς τους περιορισμούς, είναι αδύναμο. Το 2008, απέναντι στον κίνδυνο του αποπληθωρισμού, τα ανεπτυγμένα κράτη επιστράτευσαν ως και το 40% του ΑΕΠ τους με τη μορφή του δημόσιου χρέους για να σώσουν τις τράπεζες και να οδηγήσουν την οικονομία στην ανάκαμψη. Το σημερινό αδιέξοδο είναι αποτέλεσμα των λαθών που διαπράχθηκαν εκείνη την περίοδο. Η φυγή προς τα εμπρός ήταν απαραίτητη βραχυπρόθεσμα, έπρεπε όμως να εξισορροπηθεί με μια τροποποίηση των μοντέλων ανάπτυξης που στηρίζονται στην πίστωση και μια μεταρρύθμιση του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Αντί γι' αυτό, η Αμερική είναι εγκλωβισμένη σε μια εκλογική πολιτική και η Ευρώπη πολλαπλασιάζει τις αντιφατικές της κινήσεις, που είναι άχρηστες σε ό,τι αφορά τη σταθερότητα και καταστροφικές σε ό,τι αφορά την ανάπτυξη.
Εκτός από τα λάθη στρατηγικής και διαχείρισης, όμως, έγινε και ένα πολιτικό λάθος: εγκαταλείφθηκε το 2010 η διεθνής συνεργασία στους κόλπους του G20 και ο καθένας πήρε τον δικό του δρόμο. Οι αγορές θέτουν σωστά ερωτήματα. Τι μοντέλο πρέπει να επιλεγεί για να αντικαταστήσει το σημερινό, χωρίς να απαιτείται προσφυγή σε μείωση των κοινωνικών δαπανών και αύξηση των φόρων;

Τι πολιτική πρέπει να ακολουθήσει η Ευρωπαϊκή Ένωση για να οδηγηθεί σε έναν ευρωπαϊκό φεντεραλισμό και να αποτρέψει την κατάρρευση του ευρώ; Πώς μπορεί να επανιδρυθεί η ευρωζώνη όταν η Γερμανία αρνείται τις πολιτικές και οικονομικές της ευθύνες; Τι μέλλον έχει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, που έχει ήδη αγοράσει κρατικά ομόλογα αξίας άνω των 110 δισεκατομμυρίων ευρώ; Λύσεις υπάρχουν, γράφει ο Μπαβερέζ.

Η Ευρώπη πρέπει να αναγνωρίσει ότι το Ταμείο σταθερότητας επιταχύνει, αντί να επιλύει, την κρίση, να αποδεχθεί ένα μετριοπαθή πληθωρισμό της τάξης του 4%, να επιταχύνει τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και να δώσει σάρκα και οστά στην οικονομική κυβέρνηση της ευρωζώνης. Είναι επίσης επιτακτικό να αποκατασταθεί μια συνεργασία μεταξύ ανεπτυγμένων και αναδυόμενων χωρών, μεταξύ πλεονασματικών και ελλειμματικών οικονομιών, στους κόλπους του G20. Αλλιώς, το σενάριο του 1937 υπάρχει κίνδυνος να επαναληφθεί.