Γοητευτική, κοσμοπολίτισσα, διεθνές fashion icon και υπέρμαχος των γυναικείων δικαιωμάτων. Οχι, δεν μιλάμε για την πρώτη κυρία κάποιου ευρωπαϊκού κράτους αλλά για τη «Lady Qatar» Μόζα μπιντ Νασέρ αλ Μισνέντ. Η δεύτερη σύζυγος του εμίρη Χαμάντ μπιν Χαλίφα αλ Θάνι κατάφερε όχι μόνο να ξεχωρίσει από τις άλλες δύο συζύγους του αλλά και να αποτελέσει πρότυπο για τις γυναίκες του συντηρητικού αραβικού κόσμου.

Δημοσίευμα στην εφημερίδα "Espresso της Κυριακής", περιγράφει ότι η όμορφη κοινή θνητή από το Κατάρ που ερωτεύτηκε παράφορα και παντρεύτηκε το 1977 ο Αλ Θάνι εξελίχθηκε σε μια βασιλική σύζυγο που όμοιά της δεν είχε περάσει από την ιστορία του συντηρητικού αραβικού εμιράτου. Για αρχή, είναι «ορατή», καθώς είναι η μοναδική από τις συνολικά τρεις συζύγους του εμίρη που κάνει δημόσιες εμφανίσεις και τον συνοδεύει στα επίσημα καθήκοντά του.

Δραστήρια, μορφωμένη, σκληρά εργαζόμενη και μητέρα των επτά από τα συνολικά είκοσι επτά παιδιών του εμίρη, η γκλάμορους Μόζα συναγωνίζεται επάξια τον σύζυγό της σε επίπεδο επιρροής στη χώρα. Η μέρα της ξεκινά νωρίς το πρωί με ενημέρωση από τον διεθνή Τύπο, συσκέψεις με το προσωπικό της και κύκλους επαφών με συνεργάτες της εντός και εκτός Κατάρ. Τα πεδία δράσης της είναι άλλωστε ποικίλα και κυρίως καινοτόμα για τα δεδομένα της χώρας της.

Εχει εργαστεί για τη βελτίωση των δημόσιων μεταφορών, για τους ξένους εργάτες και τη μεταρρύθμιση της ανώτατης εκπαίδευσης, έχει δημιουργήσει μη μουσουλμανικούς δημόσιους χώρους λατρείας, έχει ιδρύσει το πρώτο άσυλο κακοποιημένων γυναικών στην ευρύτερη αραβική περιοχή και από το 2003 κατέχει τη θέση της ειδικής απεσταλμένης της UNESCO για τη βασική και την ανώτερη εκπαίδευση. Δεν είναι τυχαίο επομένως το γεγονός ότι το περιοδικό «Forbes» την κατέταξε στην 74η θέση της περσινής λίστας των πιο ισχυρών γυναικών στον πλανήτη. <

Η ίδια, παρ’ όλα αυτά, ως γνήσια Ανατολίτισσα προτιμά να διατηρεί χαμηλό προφίλ ως προς το έργο της, για να μην επισκιάζει τον σύζυγό της, δηλώνοντας ότι από εκείνον αντλεί την έμπνευσή της. «Ζω στο πλευρό του περισσότερα χρόνια από όσα έζησα με τους γονείς μου. Ξέρω τις ανησυχίες του, τις ελπίδες του και τα όνειρά του για το μέλλον» λέει χαρακτηριστικά στις σπάνιες συνεντεύξεις της.

Εχοντας περάσει το μεγαλύτερο μέρος της παιδικής ηλικίας της στο κοσμοπολίτικο Κάιρο, η 52χρονη πρώτη κυρία του Κατάρ δεν τρέφει απλώς ιδιαίτερη αγάπη στη μόδα, δημιουργεί μόδα. Η αντικατάσταση της παραδοσιακής μαντίλας από τουρμπάνια σε φίνα υφάσματα, πάντα σε χρωματική συμφωνία με το υπόλοιπο σύνολο, έγιναν σύντομα σήμα κατατεθέν της, ωστόσο χρειάστηκε ένα ζευγάρι παπούτσια και μια επίσκεψη στο Λονδίνο για να ανακηρυχθεί «νέα βασίλισσα της μόδας» από τον σχεδιαστή Julien McDonald.

Τα εκκεντρικά γούνινα μποτάκια με το κρυστάλλινο τακούνι του οίκου Chanel, που συνδύασε με ένα κατά τα λοιπά συντηρητικό σύνολο κατά την επίσημη επίσκεψή της στο Μπάκιγχαμ τον Οκτώβριο του 2010, έκαναν τον Βρετανό σχεδιαστή να δηλώσει ότι η Μόζα «ασκεί περισσότερη επιρροή στη μόδα από οποιαδήποτε άλλη πρώτη κυρία στον κόσμο, μετά τη Τζάκι Ω».

Και οι τιμητικοί τίτλοι δεν σταματούν εδώ. Πριν από λίγο καιρό, το «Vanity Fair» τη συμπεριέλαβε στη μη αριθμημένη ετήσια λίστα του με τις πιο καλοντυμένες γυναίκες στον κόσμο για το 2011, ανάμεσα στην Κάρλα Μπρούνι, την Κέιτ Μίντλετον, τη Μισέλ Ομπάμα, τη Σαρλίν Γουίτστοκ και άλλες σημαντικές γυναίκες του δυτικού κόσμου, κυρίως επειδή το ντύσιμό της έχει άποψη. Με το στιλ της απέδειξε ότι τα τουρμπάνια μπορούν να είναι εξαιρετικά σικ, ιδιαίτερα αν συνδυαστούν με εντυπωσιακά σκουλαρίκια, πολύ πριν τα δούμε στις πασαρέλες για τη σεζόν άνοιξη 2011, ότι η τονισμένη μέση αποτελεί επιτομή της θηλυκότητας, ότι τα μάξι σύνολα μπορούν να είναι εξίσου σέξι με τα μίνι και πως τα πολύ έντονα χρώματα δεν έχουν ηλικία. Το εντυπωσιακότερο όλων ωστόσο είναι ότι, όπως επιβεβαίωσαν αξιωματούχοι της κυβέρνησης του Κατάρ, η Μόζα μπιντ Νασέρ αλ Μισνέντ δεν έχει καν στιλίστα, πράγμα πρωτοφανές για μια γυναίκα που συμπεριλαμβάνεται στις κομψότερες και πλουσιότερες του πλανήτη.

Τα ακριβά... παιχνίδια του εμίρη

Οπως κάθε δισεκατομμυριούχος που σέβεται τον εαυτό του έτσι και ο εμίρης του Κατάρ, ο άνθρωπος που βρίσκεται πίσω από το μεγαλύτερο τραπεζικό deal της Ελλάδας, δεν έχει «ανοσία» στα ακριβά παιχνίδια.

Με προσωπική περιουσία που αγγίζει τα δύο δισεκατομμύρια δολάρια και τον κατατάσσει στην 7η θέση της λίστας του «Forbes» με τους πλουσιότερους γαλαζοαίματους στον κόσμο, ο Χαμάντ μπιν Χαλίφα Αλ Θάνι μπορεί να περηφανευτεί ότι το γιοτ του «Al Mirqab» συγκαταλέγεται στα μεγαλύτερα του κόσμου, καθώς επίσης ότι διαθέτει και μία από τις σημαντικότερες συλλογές έργων σύγχρονης Τέχνης στον κόσμο. Από τα ακριβότερα αποκτήματά του είναι το «Lullaby Spring» του Ντάμιεν Χιρστ, για το οποίο ξόδεψε τον Ιούνιο του 2007 δεκαέξι εκατομμύρια δολάρια σε δημοπρασία του οίκου Sotheby’s. Φαίνεται ωστόσο ότι τα δεκάδες έργα που έχει αγοράσει κατά καιρούς δεν τον «καλύπτουν» πια, αφού σχετικά πρόσφατα εξέφρασε ενδιαφέρον για την αγορά και του οίκου δημοπρασιών Christi’s.

Δεινός δύτης και καταξιωμένος αθλητής ο ίδιος, έχει παίξει σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη του αθλητισμού στη χώρα του. Τον Φεβρουάριο μάλιστα, μετά την ανακοίνωση ότι η χώρα του θα φιλοξενήσει το Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου του 2022, πρόσφερε πάνω από ένα δισεκατομμύριο δολάρια για την εξαγορά της ποδοσφαιρικής ομάδας Manchester United, έτσι ώστε να ενισχύσει το ποδοσφαιρόφιλο image του εμιράτου. Εκτός από το ποδόσφαιρο, ο Αλ Θάνι μοιράζεται και την αγάπη του λαού του για τις καμηλοδρομίες, ενώ στους στάβλους του παλατιού του φιλοξενούνται και μερικά από τα καλύτερα καθαρόαιμα άλογα στον κόσμο.

Ως λάτρης της πολυτέλειας, δεν κατάφερε τέλος να αντισταθεί στον πειρασμό ενός πρότζεκτ αντάξιου του Ντουμπάι. Το τεχνητό σύμπλεγμα των νησιών του Pearl έχει σχεδόν ολοκληρωθεί και αναμένεται να αποτελέσει αγαπημένο προορισμό των super rich του κόσμου. Κι αν πιστεύετε ότι ένας άνθρωπος σαν κι αυτόν ζει απομονωμένος στη σκιά των σωματοφυλάκων του, κάνετε λάθος. Ο εμίρης Χαμάντ μπιν Χαλίφα αλ Θάνι φημίζεται για τις εξόδους του σε τοπικά εστιατόρια άνευ συνοδείας.