Συνέχεια στη διαμάχη με τη Guardian για την δημοσίευση των αμερικανικών τηλεγραφημάτων χωρίς προστασία των ονομάτων έδωσε ο ιδρυτής του Wikileaks Τζούλιαν Άσαντζ, λέγοντας σε διάσκεψη στο Βερολίνο ότι «δεν είχαμε άλλη επιλογή».

«Δεν υπήρχε τίποτε άλλο που να μπορούσαμε να κάνουμε», είπε ο Άσαντζ μέσω βιντεοδιάσκεψης σε έκθεση ηλεκτρονικών προϊόντων της IFA στο Βερολίνο από τη Βρετανία, όπου παραμένει υπό περιορισμό σε ένα σπίτι στο Νόρφολκ βάσει των όρων της αποφυλάκισής του.

Η δημοσίευση των τηλεγραφημάτων χωρίς περικοπές προκάλεσε σάλο καθώς σε αυτά κατονομάζονται εκατοντάδες άνθρωποι οι οποίοι μίλησαν σε στελέχη της αμερικανικής διπλωματίας και αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο διώξεων ή ακόμα και εξόντωσης από αυταρχικά καθεστώτα. Σημειώνεται ότι το WikiLeaks προέβη στη δημοσίευση των τηλεγραφημάτων μετά την κυκλοφορία αντιγράφων χωρίς τον έλεγχό του.

Πάντως ο Άσαντζ είπε πως δεν πιστεύει ότι οι πληροφοριοδότες των Αμερικανών διπλωματών θα υποστούν σοβαρές συνέπειες, αφού είχαν ένα χρόνο και πλέον να προετοιμαστούν από τη στιγμή που το Wikileaks αποκάλυψε ότι είχαν περιέλθει στην κατοχή του τα τηλεγραφήματα. Εκτίμησε εξάλλου πως οι διπλωμάτες των ΗΠΑ τους προειδοποίησαν για τον κίνδυνο.

Ο Άσαντζ κατηγόρησε ξανά την Guardian για το ότι τα τηλεγραφήματα άρχισαν να κυκλοφορούν ανεξέλεγκτα, σημειώνοντας ότι είχε ειπωθεί στον δημοσιογράφο της εφημερίδας Ντέιβιντ Λι ότι ο κωδικός πρόσβασης σε αυτά ήταν μυστικός και δεν έπρεπε να αποκαλυφθεί.

Ο Λι συμπεριέλαβε τον κωδικό σε βιβλίο του για την υπόθεση ενώ η εφημερίδα επισημαίνει ότι ο Άσαντζ είχε πει στον δημοσιογράφο του πως ο κωδικός ήταν προσωρινός.

* Σε μία άλλη εξέλιξη, η πρωθυπουργός του ομόσπονδου ινδικού κρατιδίου Ούταρ Πραντές Μαγιαουάτι απέρριψε τα όσα δημοσιεύονται στα τηλεγραφήματα για τις συνήθειες της και χαρακτήρισε μάλιστα τον Άσαντζ «τρελό».

Στα τηλεγραφήματα αναφερόταν ότι είχε στείλει άδειο ένα ιδιωτικό αεροσκάφος για να παραλάβει ένα ζευγάρι σανδάλια από το Μουμπάι, ότι απασχολεί δοκιμαστές φαγητού για να αποφύγει τον κίνδυνο να την δηλητηριάσουν και «έχει μια συνοδεία ασφαλείας που ανταγωνίζεται αυτή ενός αρχηγού κράτους».