Τον χειμώνα του 1973, μία φοιτήτρια ψυχολογίας επιστρέφει στο σπίτι της στη Νέα Υόρκη με έναν απρόσμενο επισκέπτη.

«Αυτός είναι ο Νιμ», λέει συστήνοντας στην έκπληκτη οικογένειά της τον μόλις δύο εβδομάδων χιμπαντζή που κρατάει στην αγκαλιά της.

Κυριευμένη από άκρατο ενθουσιασμό, τους ενημερώνει ότι σκοπεύει να τον μεγαλώσει σαν ανθρώπινο μωρό.

Στην κατ’ εξοχήν εποχή των επιστημονικών πειραμάτων με πρωταγωνιστές τα ζώα και την ανθρώπινη αλαζονεία, η Στέφανι Λαφάρτζ προθυμοποιείται να συμμετάσχει στην έρευνα του πρώην εραστή της και καθηγητή Γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια, Χερμπ Τεράς.

Αμφότεροι φιλοδοξούν να διαψεύσουν τον επίσης γλωσσολόγο Νόαμ Τσόμσκι, ο οποίος την ίδια εποχή είχε αναλύσει τη θεωρία του περί διαχωρισμού ανθρώπινου είδους και ζώων υποστηρίζοντας ότι οι χιμπαντήδες, οι πιο στενοί μας συγγενείς γενετικά, δεν έχουν «γλώσσα». Το πειραματόζωο βαφτίζεται Νιμ Τσίμσκι (κατά παράφραση του Τσόμσκι) και η εκπαίδευσή του τίθεται σε εφαρμογή.

Με μπλούζα και σορτς, ο Νιμ κυκλοφορεί ελεύθερος στο πολυτελές διαμέρισμα. Παίζει με τη γάτα, χρησιμοποιεί τη λεκάνη της τουαλέτας (ορισμένες φορές με επιτυχία), παίρνει σύντομους υπνάκους και τρώει πρωινό με τη Λαφάρτζ, η οποία ενίοτε τον αφήνει να περιεργάζεται το γυμνό κορμί της, κάτι που φαίνεται να τον συγκινεί ιδιαιτέρως.

«Ποτέ δεν αισθάνθηκα ότι υπήρχε μεταξύ μας σεξουαλικότητα», υποστηρίζει σήμερα, δίνοντας μια ιδέα της σεξουαλικότητας της δεκαετίας του ’70. Περιστασιακά πίνουν παρέα το ποτό τους ή καπνίζουν μαριχουάνα. Και βέβαια, όλο αυτό το διάστημα, η Λαφάρτζ ούτε κρατάει σημειώσεις ούτε καταγράφει την πρόοδο του Νιμ.

Οι αμερικανοί ερευνητές που συμμετέχουν στο πείραμα γνωρίζουν πως οι χιμπαντζήδες δεν μπορούν οργανικά να αναπαραγάγουν την ανθρώπινη γλώσσα, οπότε στόχος είναι ο Νιμ να εξασκηθεί στα γλωσσικά σημεία. Πρώτα μαθαίνει να δείχνει το «πίνω».

Ακολουθούν τα «τρώω», «εγώ», «Νιμ», «αγκαλιά». Μία από τις εθελόντριες που ασχολήθηκαν με την εκπαίδευσή του, η Τζένι Λι, συγκινείται ακόμα κάθε φορά που φέρνει στον νου τις εκδηλώσεις αγάπης και ενσυναίσθησης του πόνου του άλλου.

«Οποτε ήσουν στενοχωρημένος, καθόταν δίπλα σου και σε φιλούσε να διώξει τα δάκρυα», λέει στην «Ντέιλι Μέιλ».

Οι γλυκές στιγμές και ο ενθουσιασμός δεν διαρκούν πολύ. Η Λόρα Αν Πετίτο, επίσης φοιτήτρια τότε του Τεράς στο Κολούμπια και συμμετέχουσα στο πείραμα, περιγράφει πώς κάθε φορά που πήγαινε στο σπίτι της Λαφάρτζ βρισκόταν αντιμέτωπη με το «απόλυτο χάος»: ο Νιμ κατέστρεφε τα πάντα στο διάβα του.

Αντιλαμβανόμενος ότι η κατάσταση είχε ξεφύγει από τον έλεγχο και βλέποντας ότι το πείραμα δεν εξελισσόταν σύμφωνα με τις προσδοκίες του, ο Τεράς αποφασίζει να βρει νέο σπίτι στον Νιμ.

Ο νεαρός χιμπαντζής μετακομίζει σ’ ένα άδειο διαμέρισμα στα προάστια. Την ανατροφή του αναλαμβάνει πλέον η Λόρα Αν, με τη βοήθεια πλήθους άλλων πρόθυμων «εκπαιδευτών». Ο Νιμ έχει γίνει ήδη διάσημος.

Το 1975 γίνεται πρωτοσέλιδο στο περιοδικό «New York» υπό τον τίτλο «Πρώτο μήνυμα από τον πλανήτη των πιθήκων». Το πειραματόζωο μαθαίνει σταδιακά να επικοινωνεί με περισσότερες λέξεις και ο αδηφάγος για δημοσιότητα Τεράς διατυμπανίζει πως έχει έναν χιμπαντζή που «γράφει Ιστορία».

Παράλληλα όμως ο Νιμ μεγαλώνει και μέρα με τη μέρα γίνεται όλο και πιο επιθετικός: δαγκώνει τη νέα του «μαμά» ή της αρπάζει το κεφάλι και τη χτυπάει στο πάτωμα.

«Δεν ήταν το παιδί μου. Δεν μπορείς να εξανθρωπίσεις ένα ζώο που μπορεί να σε σκοτώσει», παραδέχεται σήμερα και δείχνει τις πληγές της ως αποδεικτικό στοιχείο.



Για άλλη μία φορά, ο Νιμ αλλάζει χέρια. Δράση αναλαμβάνει η Ρενέ Φάλιτζ, μια νέα και θαρραλέα δασκάλα της γλώσσας του σώματος – έως ότου ο Νιμ μπήγει τα δόντια του στον λαιμό της.

Είναι πλέον σαφές πως αργά ή γρήγορα δεν θα αποφευχθούν τα χειρότερα κι έτσι ο Τεράς αποφασίζει να επιστρέψει τον Νιμ στο ερευνητικό κέντρο στην Οκλαχόμα, απ’ όπου τον είχε πάρει τέσσερα χρόνια πριν, αρπάζοντάς τον κυριολεκτικά από την αγκαλιά της μητέρας του.

Το νέο του σπίτι δεν θυμίζει σε τίποτα τα προηγούμενα: ένα μικρό κλουβί, το οποίο θα μοιράζεται με άλλους χιμπαντζήδες.

Γαντζωμένος στην αγκαλιά του εκπαιδευτή του, ο Νιμ αρνείται να μπει μέσα. Καθώς βλέπει την «οικογένειά» του να φεύγει, ανοίγει τα χέρια και απελπισμένα δείχνει μία από τις πρώτες λέξεις που έμαθε: «αγκαλιά».

Κατά μία έννοια το πείραμα του 74χρονου σήμερα Τεράς είχε ολοκληρωθεί με επιτυχία…

Μετά την πτώχευση του ερευνητικού κέντρου, ο Νιμ μετακομίζει ξανά, αυτή τη φορά στο εργαστήριο του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης. Εκεί για πρώτη φορά εξαργυρώνει όσα διδάχθηκε τόσα χρόνια. Μαθαίνοντας στους φύλακες και τους υπόλοιπους χιμπαντζήδες τη γλώσσα του σώματος, αποφεύγει να γίνει εκ νέου πειραματόζωο για εμβόλια.

Τελευταίος σταθμός για τον Νιμ, ένα άσυλο ζώων, στο Τέξας – εκείνος βέβαια πάντα προτιμά την ανθρώπινη παρέα.

Πεθαίνει το 2000 από έμφραγμα, λίγα λεπτά αφότου κάνει νόημα στον φύλακα που ετοιμάζει το πρωινό του να κάνει γρήγορα. Ηταν μόλις 26 ετών, εξαιρετικά νέος για χιμπαντζή εάν αναλογιστεί κανείς πως σε καθεστώς αιχμαλωσίας ζουν τουλάχιστον 60 χρόνια.