Ένα ανδρικό άγαλμα της ρωμαϊκής περιόδου, σε φυσικό μέγεθος και 50 άθικτα λυχνάρια, της ίδιας περιόδου, με ανάγλυφες παραστάσεις που απεικονίζουν μάχες, ερωτικές πράξεις, το ρωμαϊκό αετό, λιοντάρια κτλ και τα οποία χρονολογούνται μεταξύ 1ου και 2ου  αιώνα π. Χ., είναι τα πιο σημαντικά αρχαιολογικά ευρήματα, που έχουν έρθει έως τώρα στο φως, μέσα από τις ανασκαφές που διεξάγονται στο Μεγάλο Θέατρο της αρχαίας Γόρτυνας.

Παράλληλα τα τμήματα του μνημείου που έχουν αποκαλυφθεί, επιβεβαιώνουν πως βρίσκεται σε πάρα πολύ καλή κατάσταση, με αποτέλεσμα ο ενθουσιασμός να είναι διάχυτος ανάμεσα στα μέλη της αρχαιολογικής αποστολής που διεξάγουν τις ανασκαφικές εργασίες. Εκτός από το κυρίως θέατρο το οποίο ήταν κατασκευασμένο πάνω στη φυσική κοιλότητα του εδάφους, τα ευρήματα κατέδειξαν πως είχε γίνει και επέκταση των κερκίδων από την ανατολική πλευρά, πιθανόν για να μεγαλώσει η χωρητικότητα του.  

Εν τω μεταξύ οι εργασίες εξακολουθούν συνεχίζονται με εντατικούς ρυθμούς κι αν όλα πάνε καλά και δεν προκύψουν απρόοπτα, τότε είναι πιθανό τέλος της χρονιάς να έχουν ολοκληρωθεί οι ανασκαφές στο Μεγάλο Θέατρο της Αρχαίας Γόρτυνας.

 Κι επειδή πλέον έχει καταδειχτεί πως το μνημείο σώζεται στο μεγαλύτερο μέρος του και μάλιστα βρίσκεται σε καλή κατάσταση, το γεγονός αυτό σηματοδοτεί την αναστύλωσή του. Άλλωστε αυτός ήταν κι ο ουσιαστικός λόγος για τον οποίο ξεκίνησαν οι ανασκαφές.

 Να θυμίσουμε πως τις ανασκαφές διεξάγει η ΚΓ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων και εποπτεύουν οι κ.κ. Κάντα Αθανασία (προϊσταμένη της Εφορείας), Μαρία Νικολούδη, (υπεύθυνη αρχαιολόγος) και  Ανδρέας Λυριντζής, Μαρία Σηφάκη και Κωνσταντίνα Νικολοπούλου (αρχαιολόγοι).

Το μεγάλο θέατρο της Γόρτυνας είχε κατασκευαστεί στη ΝΑ πλαγιά του λόφου της Ακρόπολης στην απέναντι πλευρά του Ληθαίου ποταμού όπου βρισκόταν το Ωδείο και η Αγορά.

Το κοίλο του θεάτρου με περίμετρο 140μ., εσωτερική διάμετρο 40μ. περίπου και εξωτερική 88μ., είχε λαξευμένο κανάλι στην πίσω πλευρά του, το οποίο χρησίμευε και ως κανάλι απορροής των ομβρίων υδάτων κατά τη διάρκεια του χειμώνα, αλλά και για την πρόσβαση του κοινού στο ανώτερο διάζωμα μέσω πέντε

ανοιγμάτων στον 2,2μ. πάχους εξωτερικό τοίχο. Τα δύο άκρα του κοίλου δεν ήταν λαξευμένα στο βράχο του λόφου αλλά στηρίζονταν από θολωτές κατασκευές οι οποίες είχαν τις συνήθεις τοξωτές εξωτερικές όψεις. Το κατώτερο διάζωμα ήταν μεγαλύτερο πιθανότατα με 18 σειρές καθισμάτων σε αντίθεση με τις 11 σειρές του.