Πριν από λίγο καιρό, η Αμερικανική Εταιρεία Καρδιάς (ΑΗΑ) ρώτησε 1.000 εθελοντές για το τι ξέρουν για το αλάτι. Το 61% εξέφρασαν την άποψη πως το θαλασσινό αλάτι είναι καλύτερο από το επιτραπέζιο, επειδή «περιέχει λιγότερο νάτριο».

Η άποψη αυτή είναι λανθασμένη, αλλά εύλογη, γράφει η εφημερίδα «Νιου Γιορκ Τάιμς». Το θαλασσινό αλάτι προωθείται ως ένα υγιεινό συστατικό, που προστίθεται σε σούπες, πατατάκια και συσκευασμένα σνακ τα οποία διαφημίζονται ως «χαμηλού νατρίου», «φυσικά» και «υγιεινά».

Η αλήθεια είναι πως το θαλασσινό και το επιτραπέζιο αλάτι δεν διαφέρουν ιδιαίτερα, τουλάχιστον στην χημική τους σύσταση.

Το επιτραπέζιο αλάτι προέρχεται κυρίως από ορυκτά άλατα ή αλυκές. Οι εταιρείες που το πωλούν, συνήθως του προσθέτουν μια ουσία για να μην στερεοποιείται, καθώς και ιώδιο, αλλά κατά την επεξεργασία του, χάνονται πολλά από τα φυσικά συστατικά του.

Από την άλλη πλευρά, το θαλασσινό αλάτι προέρχεται από την εξάτμιση του θαλασσινού νερού και επειδή υπόκειται σε περιορισμένη επεξεργασία, διατηρεί το μαγνήσιο, το ασβέστιο και τα άλλα ιχνοστοιχεία που εκ φύσεως περιέχει.

Και τα δύο, όμως, ανά γραμμάριο περιέχουν τις ίδιες ποσότητες χλωριούχου νατρίου (είναι η χημική ονομασία του αλατιού), γεγονός που σημαίνει ότι ασκούν τις ίδιες επιδράσεις στην αρτηριακή πίεση.

Οι επίσημες συστάσεις για τους ενήλικες είναι να μην τρώνε περισσότερα από 2.300 mg νατρίου την ημέρα (αντιστοιχούν σε ένα κουταλάκι του καφέ αλάτι) – αρκεί να μην έχουν ηλικία άνω των 40 ετών ούτε υπέρταση, διότι τότε η κατανάλωση πρέπει να είναι ακόμα μικρότερη. Ωστόσο, οι περισσότεροι από εμάς τρώμε τη διπλάσια ποσότητα, που προέρχεται κυρίως από τα επεξεργασμένα τρόφιμα. Συνεπώς, πρέπει να περιορίσουμε όσο βάζουμε στο φαγητό μας, είτε είναι επιτραπέζιο είτε θαλασσινό.

ygeia.tanea.gr