Σε Απάντηση της Αναφοράς που είχε καταθέσει ο βουλευτής Ηρακλείου του ΠΑΣΟΚ κ.Μανόλης Στρατάκης σχετικά με τα αιτήματα και τις επισημάνσεις του Συλλόγου Παραδοσιακών Αποσταγματοποιών Τσικουδιάς νομού Ηρακλείου, ο Αναπληρωτής Υπουργός Οικονομικών κ.Οικονόμου, αναφέρει τα εξής:

Ως γνωστόν, το προϊόν απόσταξης (τσίπουρο/τσικουδιά) που παράγεται από τους (διήμερους) μικρούς αποσταγματοποιούς (κυρίως αγρότες αμπελοκαλλιεργητές) διέπεται από ιδιαίτερο καθεστώς, τόσο αναφορικά με τη φορολόγησή του η οποία είναι πολύ χαμηλή (Ν.2960/01, αρ.82 όπως τροποποιήθηκε με το Ν.3583/07), σε σχέση με την κανονική φορολογία που, σύμφωνα με τις ισχύουσες κοινοτικές και εθνικές διατάξεις, εφαρμόζεται σε όλα τα άλλα αλκοολούχα προϊόντα, όσο και αναφορικά με τους όρους παραγωγής και διάθεσής του και την εν γένει λειτουργία των εν λόγω επιτηδευματιών όπως τα θέματα αυτά ρυθμίζονται από τις σχετικές διατάξεις (αρ.7, παρ.Ε) του Ν.2969/2001.

Έτσι, από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Ν.2969/01, έχουν τεθεί περιορισμοί και απογορεύσεις (περιορισμένοι χρόνοι παραγωγής και διάρκεια απόσταξης κατ' έτος, καθορισμένες πρώτες ύλες της ιδίας παραγωγής του επιτηδευματία, χρησιμοποίηση ως αποστακτικών μηχανημάτων των λεγομένων απλών αμβύκων χωρητικότητας μέχρις 130 χιλ/μων και απαγόρευση σ' αυτούς διαφόρων εξαρτημάτων, διάθεση του προϊόντος αποκλειστικά και μόνον χύμα, κλπ).

Οι κατά τα ανωτέρω υφιστάμενοι βάσει της νομοθεσίας περιορισμοί οφείλονται ακριβώς στο ιδιαιτέρως ευνοϊκό φορολογικό καθεστώς που απολαμβάνουν οι εν λόγω επιτηδευματίες και αποσκοπούν στο να διασφαλίσουν ότι η λειτουργία αυτών αφορά περιορισμένη παραγωγή και δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να είναι βιοτεχνικής ή, πολύ περισσότερο, βιομηχανικής κλίμακας, ώστε να αποτελεί μεν μία πηγή ενίσχυσης του αγροτικού εισοδήματος (με την αξιοποίηση των υποπροϊόντων της οινοποίησης-και όχι βεβαίως με την ελεύθερη κατεργασία από αυτούς των διαφόρων αμπελουργικών προϊόντων -όπως πχ σταφυλιών, οίνων κλπ- σε περιπτώσεις τυχόν πλεονασμάτων κλπ.) αλλά ταυτόχρονα, να αποτρέπεται (έτσι) ο ανταγωνισμός με την ποτοποιία και τους συστηματικούς αποσταγματοποιούς-των οποίων τα προϊόντα υπόκεινται, ως ήδη προελέχθη, σε πλήρη φορολογία-και να διασφαλίζεται ότι, κατά το δυνατόν, το καθεστώς τούτο είναι συμβατό με το ισχύον κοινοτικό δίκαιο.

Στο σημείο δε αυτό πρέπει να σημειώσουμε ότι η Κοινότητα συναίνεσε, κατά τις συζητήσεις το έτος 1992, για την εναρμόνιση των φόρων κατανάλωσης, στη διατήρηση του ιδιαίτερου αυτού καθεστώτος με το σκεπτικό ότι τούτο συνδέεται άμεσα με τις παραδόσεις και τα ήθη και έθιμα του λαού μας, ως και ότι πρόκειται ακριβώς για πολύ περιορισμένη παραγωγή που προορίζεται για την ίδια χρήση των παραγωγών και όχι για εμπορία.

Έτσι, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες σχετικές διατάξεις του Ν.2969/01,

α. Η πρώτη ύλη για την παραγωγή του εν λόγω προϊόντος είναι αποκλειστικά και μόνον τα στέμφυλα τα οποία αποτελούν υποπροϊόντα της οινοποίησης (εν προκειμένω της δικής τους-περιορισμένης-παραγωγής σταφυλιών) και τα οποία έχουν συγκεκριμένα ποιοτικά χαρακτηριστικά σαφώς καθοριζόμενα στις εν λόγω διατάξεις (λαμβάνονται από την κανονική και επιμελημένη έκθλιψη των σταφυλιών και η απόδοσή τους σε άνυδρη αλκοόλη δεν υπερβαίνει τα 7,5 λίτρα ανά 100 χιλ/μα στεμφύλων), ώστε να διαφοροποιούνται και να διαστέλλονται πλήρως και σαφώς σε σχέση, τόσο με τα αυτά καθ'εαυτά τα σταφύλια, όσο και με τον (παραγόμενο εξ'αυτών) οίνο- υλών των οποίων δεν είναι επιτρεπτή για την παραγωγή του προϊόντος αυτού- και ταυτόχρονα να οδηγούν (υπό τον όρο βεβαίως ότι ακολουθείται και η ορθή πρακτική κατά την απόσταξη) σε προϊόν όχι υποβαθμισμένο ποιοτικά αλλά ασφαλές και σύμφωνο με την ισχύουσα νομοθεσία.

β. Η εφαρμογή στους χρησιμοποιούμενους από τους εν λόγω επιτηδευματίες απλούς σε κάθε περίπτωση-σύμφωνα πάντοτε με τις εν λόγω διατάξεις-άμβυκες αναδευτήρων ή/και γενικότερα διαφόρων άλλων εξαρτημάτων (θερμομέτρων, μανομέτρων κλπ.) δεν είναι επιτρεπτή, καθ' όσον τούτο -όπως άλλωστε και οι τυχόν διάφορες άλλες βελτιώσεις και μεταβολές στους άμβυκες- πέραν του ότι συνιστούν ευθεία καταστρατήγηση του παραδοσιακού χαρακτήρα του άμβυκα, οδηγώντας στην ελάττωση του χρόνου απόσταξης και στην αύξηση της ποσότητας, δημιουργούν μείζον ζήτημα αθέμιτου ανταγωνισμού σε βάρος της ποτοποιϊας ως και μείζον ζήτημα συμβατότητας του καθεστώτος των εν λόγω επιτηδευματιών με το κοινοτικό δίκαιο.

Περαιτέρω, επισημαίνεται ότι η εφαρμογή αναδευτήρων δεν είναι και τεχνικά απαραίτητη για τη βελτίωση της ποιότητας του προϊόντος, καθ' όσον το θέμα της υπερθέρμανσης τοπικά των στέμφυλων και της δημιουργίας εξ'αυτής στο προϊόν δύσοσμων πυρογενών ουσιών μπορεί να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά με την κατάλληλη ρύθμιση και επιλογή των συνθηκών απόσταξης (αποφυγή υπερπλήρωσης του άμβυκα, ήπια θέρμανση και μεγαλύτερος χρόνος απόσταξης).

γ. Υπάρχει ρητή και σαφής απαγόρευση της τυποποίησης και εμφιάλωσης τούτου, προσκρούει στο κοινοτικό δίκαιο και οδηγεί ευθέως στον αθέμιτο ανταγωνισμό προς τους ποροποιούς και τους συστηματικούς αποσταγματοποιούς (των οποίων τα αντίστοιχα προϊόντα παράγονται και διατίθενται από τη σχετική κοινοτική και εθνική νομοθεσία και κατόπιν συστηματικών ελέγχων των μονάδων παραγωγής αυτών από τις αρμόδιες αρχές), ενώ ταυτόχρονα έρχεται σε αντίθεση και με τον παραδοσιακό χαρακτήρα αυτού ο οποίος διαφέρει οπωσδήποτε από εκείνον του βιομηχανικού προϊόντος που παρασκευάζεται και διακινείται τυποποιημένο σε μεγάλες ποσότητες.

Σε ό,τι αφορά το θέμα των παράνομων αποστάξεων και γενικότερα το θέμα του ελέγχου, όπως είναι γνωστό, από τις αρμόδιες Υπηρεσίες του Υπουργείου διενεργούνται, σε κάθε αποστακτική περίοδο και καθ' όλη τη διάρκεια αυτής, συστηματικοί και σε αντικειμενική βάση έλεγχοι, σύμφωνα με λεπτομερείς οδηγίες που έχουν δοθεί με σχετικές κατά καιρούς εγκυκλίους διαταγές και με βάση και το οικείο καταρτιζόμενο ετησίως πρόγραμμα.

Οι έλεγχοι αφορούν το όλο καθεστώς της παραγωγής (επιθεώρηση-έλεγχος των χρησιμοποιούμενων αποστακτικών μηχανημάτων, έλεγχος και δειγματοληψία των πρώτων υλών ως και του παραγομένου προϊόντος) διακίνησης και διάθεσης στην κατανάλωση (επιθεώρηση, έλεγχος και δειγματοληψία του διατιθέμενου προϊόντος) του προϊόντος των διημερών μικρών αποσταγματοποιών.

Πρέπει όμως να σημειωθεί ότι ως εκ της ιδιαιτερότητας του όλου αυτού καθεστώτος (μεγάλος αριθμός εργαζομένων επιτηδευματιών, μεγάλη γεωγραφική διασπορά αυτών -σε πολλές περιπτώσεις και σε δυσπρόσιτες περιοχές-) οι κατά τα ανωτέρω συστηματικοί και αντικειμενικοί, σε κάθε περίπτωση, έλεγχοι δεν μπορεί παρά να είναι δειγματοληπτικοί.

Τέλος, αναφορικά με το καθεστώς των εν λόγω επιτηδευματιών (διημέρων-μικρών αποσταγματοποιών), προς το παρόν και εν όψει της τροποποίησης και συμπλήρωσης διατάξεων του Ν.2969/01, δεν εξετάζονται θέματα αφορόντα το καθεστώς των επιτηδευματιών αυτών.