Οδηγίες στις εφορίες για την εφαρμογή του νέου Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας παρέσχε το υπουργείο Οικονομικών.

Σύμφωνα με όσα προβλέπονται στην εγκύκλιο που υπογράφει ο αναπληρωτής υπουργός οικονομικών κ. Π. Οικονόμου με τις νέες διατάξεις επιταχύνονται οι διαδικασίες, αλλά επέρχονται και πρόσθετες επιβαρύνσεις για όσους καταφεύγουν στη δικαιοσύνη κατά των φορολογικών αποφάσεων.

Ειδικότερα, για την εκδίκαση των φορολογικών διαφορών των οποίων το ποσό του κυρίου φόρου, τέλους ή προστίμου κατά περίπτωση είναι μεγαλύτερο από 150.000 ευρώ, αρμόδιο είναι πλέον μόνο το διοικητικό εφετείο, το οποίο εκδικάζει σε πρώτο και τελευταίο βαθμό. Κατά τα λοιπά, για ποσό μέχρι 20.000 ευρώ αρμόδιο είναι το μονομελές διοικητικό πρωτοδικείο και για ποσό που υπερβαίνει τις 20.000 ευρώ και είναι μέχρι 150.000 ευρώ, αρμόδιο είναι το Τριμελές διοικητικό πρωτοδικείο.

Εξαιρετικά, για τις διαφορές που αφορούν στην αναστολή λειτουργίας επαγγελματικών εγκαταστάσεων και την αφαίρεση πινακίδων και αδειών κυκλοφορίας μεταφορικών μέσων λόγω φορολογικών παραβάσεων και

αφορούν τη λήψη μέτρων προς διασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου σε περίπτωση φοροδιαφυγής, η εκδίκασή τους ανήκει αποκλειστικά στον πρόεδρο πρωτοδικών του διοικητικού πρωτοδικείου και δεν προβλέπεται πλέον δυνατότητα άσκησης έφεσης εκ μέρους των διαδίκων. Τα παραπάνω ισχύουν αναδρομικά και για τις εκκρεμείς κατά την 1/1/2011 υποθέσεις.

Εφόσον η χρηματική διαφορά αφορά σε περισσότερα ποσά που καταλογίστηκαν με την ίδια πράξη, για τον καθορισμό της αρμοδιότητας λαμβάνεται υπόψη το μεγαλύτερο από αυτά, το δε αρμόδιο δικαστήριο εκδικάζει και τις λοιπές συναφείς πράξεις.

Παράδειγμα: Κατά του υποχρέου Α εκδίδονται:

α) Απόφαση Επιβολής Προστίμου ύψους 3.000 ευρώ.

β) Πράξη προσδιορισμού Φ.Π.Α. ύψους (κύριου φόρου) 40.000 ευρώ.

γ) Φύλλο ελέγχου φόρου Εισοδήματος ύψους (κύριου φόρου) 155.000 ευρώ.

Στην περίπτωση αυτή καθ’ ύλην αρμόδιο για όλες τις προσφυγές που ασκούνται από τον Α είναι το Διοικητικό Εφετείο. Η διάταξη αυτή καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς κατά την 31/3/2011 υποθέσεις.

Στις δίκες με αντικείμενο φορολογικής διαφοράς (κύριου φόρου) ποσό μεγαλύτερο των 150.000 ευρώ παρίσταται υποχρεωτικά ως εκπρόσωπος του Δημοσίου δικαστικός πληρεξούσιος (μέλος του ΝΣΚ). Επισημαίνεται ότι, κατά τη διαβίβαση του σχετικού διοικητικού φακέλου στο αρμόδιο Γραφείο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, θα συμπεριλαμβάνεται σε αυτόν και η σχετική έκθεση απόψεων εκ μέρους της φορολογικής αρχής.

Επί φορολογικών διαφορών με αντικείμενο χρηματικό, τίθεται ως προϋπόθεση για το παραδεκτό της έφεσης, η καταβολή έως την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης, ποσοστού 50% του οφειλόμενου ποσού κύριου φόρου ή προστίμου, όπως αυτό έχει οριστεί πρωτοδίκως, εκτός αν έχει ανασταλεί η εκτέλεση της πρωτόδικης απόφασης (δηλαδή αν έχει κριθεί με την απόφαση επί της αιτήσεως αναστολής ότι η έφεση είναι προδήλως βάσιμη).

Διευκρινίζεται ότι το καταβλητέο ποσό υπολογίζεται από την αρμόδια φορολογική αρχή, η οποία, μετά από αίτηση του φορολογούμενου, συντάσσει ατελώς ειδικό σημείωμα, επί του οποίου αναφέρεται και η καταβολή του ποσού αυτού.

Επί φορολογικών διαφορών, το δικόγραφο της προσφυγής, μαζί με τρία αντίγραφα, κατατίθεται πλέον μόνο στη γραμματεία της κύριας έδρας του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται. Στη συνέχεια, απαιτείται, με επιμέλεια του διαδίκου και επί ποινή απαραδέκτου της άσκησής της, η επίδοση επικυρωμένου αντιγράφου του δικογράφου της προσφυγής στη φορολογική αρχή που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη ή που, παρά το νόμο, παρέλειψε την έκδοσή της, μέσα σε είκοσι (20) ημέρες από τη λήξη της προθεσμίας για την άσκηση της προσφυγής, η οποία πιθανόν να έχει παραταθεί από διάφορους νόμιμους λόγους (π.χ. αναστολή λόγω του μηνός Αυγούστου, αργία της τελευταίας ημέρας, υποβολή ιδιαίτερης αίτησης συμβιβασμού, θάνατος του υπόχρεου κλπ.).

Πάντως, εφόσον δεν τηρηθούν οι πιο πάνω διαδικασίες και προθεσμίες, τότε η φορολογική αρχή προβαίνει στην άμεση βεβαίωση του 100% του συνολικά οφειλόμενου ποσού.

Επισημαίνεται ότι, η παράλειψη της εμπρόθεσμης επίδοσης αντιγράφου του δικογράφου της προσφυγής στην οικεία φορολογική αρχή εντός της ως άνω προθεσμίας θα πρέπει να αναφέρεται στην αναλυτική έκθεση των απόψεων της υπηρεσίας επί της προσφυγής που συνοδεύει τον προβλεπόμενο διοικητικό φάκελο, ο οποίος σε κάθε περίπτωση διαβιβάζεται, χωρίς καθυστέρηση, στο δικαστήριο στο οποίο απευθύνεται.

Σημειώνεται ότι, σε περιπτώσεις που εκ παραδρομής έχει βεβαιωθεί από τη φορολογική αρχή το 100% του συνολικά οφειλόμενου ποσού πριν την εκπνοή της οριζόμενης προθεσμίας, θα πρέπει να ακολουθήσει οίκοθεν ακύρωση της βεβαίωσης, καθόσον πραγματοποιήθηκε πριν από τη λήξη της προθεσμίας κατάθεσης ή επίδοσης της προσφυγής.

Eπισημαίνεται ότι, στις περιπτώσεις που με το δικόγραφο της προσφυγής υποβάλλεται και πρόταση για διοικητική επίλυση της διαφοράς, απαιτείται κοινοποίηση κλήσης στο φορολογούμενο, με μνεία συγκεκριμένης ημερομηνίας και ώρας προσέλευσης αυτού στη φορολογική αρχή για συμβιβασμό, συντασσομένης σχετικής έκθεσης επίδοσης.

Σε περίπτωση μη εμφάνισης του φορολογούμενου στην ορισθείσα ημερομηνία και ώρα, θα πρέπει να συντάσσεται πράξη ματαίωσης του συμβιβασμού, αφού πρώτα ελεγχθεί με κάθε αυστηρότητα η νομιμότητα της επίδοσης αυτής, προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος δικαστικών ακυροτήτων και εφόσον η επίδοση ήταν ελαττωματική θα πρέπει αυτή να επαναλαμβάνεται, αφού οριστεί νέα ημερομηνία και ώρα.

Με τις νέες διατάξεις, διευρύνεται το χρονικό περιθώριο αποστολής του διοικητικού φακέλου στο δικαστήριο (κατά τις διατάξεις του άρθρου 149 του ν.2717/1999) από είκοσι σε δεκαπέντε ημέρες πριν από τη δικάσιμο (και σε οκτώ ημέρες σε περίπτωση σύντμησης σε δεκαπέντε ημέρες της προθεσμίας κλήσης των διαδίκων).

Περαιτέρω, προβλέπεται πλέον, πέραν του προβλεπόμενου σχετικού πειθαρχικού αδικήματος και δυνατότητα επιβολής προστίμου (από 100 έως 500 ευρώ) σωρευτικά σε βάρος του υπεύθυνου υπαλλήλου και του προϊσταμένου της αρμόδιας φορολογικής υπηρεσίας για την αδικαιολόγητα εκπρόθεσμη διαβίβαση ή μη διαβίβαση του φακέλου αυτού.

Επισημαίνεται ότι, συγχρόνως με την κατά τα ανωτέρω αποστολή του διοικητικού φακέλου στο δικαστήριο, αντίγραφο του ίδιου φακέλου θα πρέπει να αποστέλλεται στον αρμόδιο δικαστικό αντιπρόσωπο, στις περιπτώσεις που είναι υποχρεωτική ή κρίνεται υποχρεωτική η παρουσία του στο δικαστήριο.

Προστέθηκε νέα περίπτωση δ΄ στην παράγραφο 1 του άρθρου 142 του Κ.Δ.Δ. ε την οποία ορίζεται ότι η δίκη καταργείται αν, πριν το πέρας της τελευταίας συζήτησης, μεταξύ των άλλων, επιτευχθεί διοικητική επίλυση της διαφοράς.

Επομένως, στις περιπτώσεις που με το δικόγραφο της εκκρεμούσας στο δικαστήριο προσφυγής έχει υποβληθεί και πρόταση για διοικητική επίλυση της διαφοράς, η οποία εν τέλει επέρχεται, θα πρέπει να ενημερώνεται άμεσα εγγράφως το οικείο δικαστήριο με διαβίβαση και αντιγράφου του σχετικού πρακτικού.

Αναστολή εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης επιτρέπεται μόνον υπό την προϋπόθεση ότι το ένδικο μέσο κρίνεται ως προδήλως βάσιμο. Κατά συνέπεια, σε περίπτωση που εκδοθεί από το πρωτοδικείο απόφαση με την οποία γίνεται δεκτή η προσφυγή του φορολογούμενου και η οποία εκ του νόμου είναι εκτελεστή, η φορολογική αρχή μπορεί, συγχρόνως με την άσκηση έφεσης, να αιτηθεί από το δικαστήριο την αναστολή εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης, ιδίως σε περιπτώσεις καταβληθέντων ποσών, προκειμένου να αποτραπεί η επιστροφή τους, εφόσον η έφεση κρίνεται ως προδήλως βάσιμη.

Με τις νέες διατάξεις αναπροσαρμόζεται το ύψος του παραβόλου κατά περίπτωση, εφαρμόζεται αναλογικό παράβολο δύο τοις εκατό (2%) του αντικειμένου της διαφοράς και για την άσκηση προσφυγής επί χρηματικών φορολογικών διαφορών και τίθεται ανώτατο όριο σε αυτό το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ.

Στις περιπτώσεις δε που το παράβολο υπερβαίνει το ποσό των 3.000 ευρώ καταβάλλεται αυτό το ποσό, το δε τυχόν οφειλόμενο ποσό μέχρι του ποσού 10.000 ευρώ καταλογίζεται με την οριστική απόφαση του δικαστηρίου ορίζεται υποχρέωση καταβολής του 1/3 του ποσού του κατά τα ανωτέρω υπολογιζόμενου καταβλητέου παραβόλου κατά την κατάθεση της προσφυγής, έφεσης κλπ., του δε υπολοίπου 2/3 αυτού έως την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης, επί ποινή απόρριψης αυτής ως απαράδεκτης.

Προς το σκοπό αυτό, ο φορολογούμενος πλέον οφείλει να υποβάλει αίτηση προς την αρμόδια Δ.Ο.Υ. προκειμένου να υπολογισθεί από αυτή κατά τα ανωτέρω το σχετικό παράβολο, με τη σύνταξη και χορήγηση σε αυτόν ειδικού σημειώματος.

Παράδειγμα: Ο Α ασκεί προσφυγή κατά απόφασης επιβολής προστίμου ύψους 200.000 ευρώ.

Το καταβλητέο παράβολο ανέρχεται σε 4.000 ευρώ (200.000x2%). Από αυτό, το ποσό των 1.000 ευρώ θα καταβληθεί κατά την κατάθεση της προσφυγής, το ποσό των 2.000 ευρώ μέχρι την πρώτη συζήτηση αυτής και το υπόλοιπο ποσό των 1.000 ευρώ θα καταλογισθεί με την απόφαση του δικαστηρίου, εφόσον απορριφθεί η προσφυγή.

Με τις νέες διατάξεις ορίζεται ότι κατά τόπο αρμόδιο για την εκδίκαση των προσφυγών κατά των αποφάσεων είναι το Διοικητικό Πρωτοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου έχει την κατοικία του ο φορολογούμενος ή έχει την έδρα της η επιχείρηση και, ειδικά για την περίπτωση αναστολής λειτουργίας της επαγγελματικής εγκατάστασης, το Διοικητικό Πρωτοδικείο στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται η επαγγελματική εγκατάσταση, στην οποία αναφέρεται η προσβαλλόμενη απόφαση.

Ακόμη ορίζεται ότι, τόσο η προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής, όσο και η άσκηση αυτής, δεν αναστέλλουν την εκτέλεση των αποφάσεων αυτών, αλλά μπορεί με απόφαση του δικαστηρίου ύστερα από αίτηση του προσφεύγοντος να ανασταλεί η εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης.

Περαιτέρω, ορίζεται ο χρόνος εκδίκασης των υποθέσεων, καθώς και ο χρόνος εκτέλεσης των αποφάσεων. Επίσης, ενόψει των οριζομένων σύντομων προθεσμιών για την εκδίκαση των υποθέσεων και την παροχή των απόψεων της Διοίκησης προς το Διοικητικό Πρωτοδικείο, εφιστάται η προσοχή των προϊσταμένων των Δ.Ο.Υ. για την ανάγκη παρακολούθησης των υποθέσεων αυτών και τη σωστή και έγκαιρη υποβολή των απόψεων προς το Δικαστήριο (δηλαδή εντός 15ημερών από την επίδοση,).

Η απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου κοινοποιείται, μέσα σε δύο μήνες από την έκδοσή της, στη διάδικο διοικητική αρχή κατά περίπτωση, η οποία φροντίζει για την εκτέλεσή της εντός προθεσμίας ενός μηνός από την κοινοποίησή της.

Η απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου είναι υποχρεωτικά εκτελεστή και κατά της απόφασης αυτής δεν επιτρέπεται η άσκηση έφεσης σε κανέναν από τους διαδίκους.

Τέλος, σύμφωνα με το δημοσίευμα στο in.gr, οποιοδήποτε ένδικο βοήθημα ή μέσο (προσφυγή, έφεση κλπ.) ενώπιον οποιουδήποτε διοικητικού δικαστηρίου μπορεί να εισαχθεί, ύστερα από αίτημα ενός των διαδίκων, άρα και της φορολογικής αρχής, στο Συμβούλιο της Επικρατείας, όταν με αυτό τίθεται ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος που έχει συνέπειες για ευρύτερο κύκλο προσώπων. Σημειώνεται πάντως ότι τα ανωτέρω θα πρέπει να εφαρμόζονται σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όπου όντως δεν υφίσταται σχετική νομολογία.