Στις δυσκολίες εφαρμογής του ελληνικού προγράμματος αναφέρθηκε την Πέμπη από την Ουάσιγκτον η γενική διευθύντρια του ΔΝΤ Κριστίν Λαγκάρντ.

Το πρόγραμμα είναι δύσκολο, είπε χαρακτηριστικά, και πρόσθεσε πως η Ελλάδα δεν μπορεί να ακολουθήσει το δρόμο της άτακτης χρεοκοπίας, όπως η Αργεντινή, καθώς είναι κοινή η μοίρα των κρατών της Ευρωζώνης να δεσμευθούν για την στήιρξη των αδύναμων κρατών.

Σε συνέντευξή Τύπου που παραχώρησε στο πλαίσιο της ετήσιας διάσκεψης του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας η κ. Λαγκάρντ ρωτήθηκε εάν θεωρεί πως υπάρχει ελπίδα για την Ελλάδα και εάν η ελληνική περίπτωση ομοιάζει με αυτή της Αργεντινής.

Η Γαλλίδα επικεφαλής του ΔΝΤ απάντησε πως για να δουλέψει το ελληνικό πρόγραμμα απαιτούνται κάποια απαραίτητα συστατικά και εστίασε στην αποφασιστικότητα που πρέπει να επιδείξει η ελληνική κυβέρνηση στην εφαρμογή του προγράμματος.

«Το πρόγραμμα είναι δύσκολο. Οι διαπραγματεύσεις με την Ελλάδα εστιάζουν στο ότι τα όποια μέτρα θα πρέπει να επικεντρώνονται στο γεγονός οι λιγότερο προνομιούχοι πρέπει να αναλαμβάνουν μικρότερα βάρη» τόνισε η κ. Λαγκάρντ.

Ερωτηθείσα σχετικά με το εάν η Ελλάδα μπορεί να ακολουθήσει το δρόμο της άτακτης χρεοκοπίας που ίσχυσε για την Αργεντινή, τόνισε πως οι δύο περιπτώσεις είναι διαφορετικές και δεν μπορούν να συγκριθούν. Επισήμανε ότι η κοινή μοίρα των κρατών της Ευρωζώνης τα ενώνει αποφασιστικά για να δεσμευθούν για την στήριξη των αδύναμων κρατών.

«Στις 21 Ιουλίου υπήρξε μια ξεκάθαρη πολιτική απόφαση για χρηματοδότηση των οικονομιών που αντιμετωπίζουν πρόβλημα και δέσμευση για άμεση δημοσιονομική εξυγίανση» σημείωσε, επισημαίνοντας πως οι χώρες της Ευρωζώνης που έχουν πάρει δραστικά μέτρα για την μείωση του ελλείμματός τους έχουν βρεθεί κάτω από το ραντάρ των αγορών.

Αναφερόμενη στην παγκόσμια οικονομία, η επικεφαλής του ΔΝΤ σημείωσε πως η ανάκαμψη έχει αδυνατίσει και πως η κρίση δημοσίου, ιδιωτικού και τραπεζικού χρέους αποτελεί μεγάλο κίνδυνο.

«Το μονοπάτι προς την ανάταξη δεν είναι ευκρινές, αλλά υπάρχει» σημείωσε, προτείνοντας «επιδιόρθωση» με προτεραιότητα στη δημοσιονομική προσαρμογή και τον έλεγχο του δανεισμού των νοικοκυριών και των τραπεζών. «Για να υπάρξει ανάπτυξη είναι σημαντικό οι τράπεζες να έχουν ισορροπημένους ισολογισμούς για να λειτουργούν απρόσκοπτα» είπε, προσθέτοντας την ανάγκη μετάλλαξης του χρηματοοικονομικού τομέα.

Η ίδια σημείωσε πως απαιτείται πολιτική αποφασιστικότητα και «συλλογική ηγεσία», για να επιτευχθεί ο δρόμος της οικονομικής ανάκαμψης και δεσμεύθηκε για την βούληση του ΔΝΤ να παράσχει χρηματοδοτικής στήριξης όπου αυτό απαιτηθεί.

Τέλος, σημείωσε πως η πολιτική του ΔΝΤ δεν υπαγορεύεται από τα χρηματιστήρια και πως οι εκτιμήσεις του Ταμείου για τις κεφαλαιακές ανάγκες των τραπεζών δεν στηρίζονται σε τεστ προσομοίωσης, αλλά στις δυνητικές ζημιές που ενδεχομένως ανακύψουν από την κρίση χρέους.