Ο μακροχρόνιος θηλασμός προστατεύει τις γυναίκες από την παχυσαρκία και τα σχετιζόμενα μ’ αυτή καρδιο-μεταβολικά νοσήματα, σύμφωνα με στοιχεία έρευνας Φιλανδών ερευνητών, που δημοσιεύτηκαν στο επιστημονικό έντυπο Journal of Public Health Nutrition, τον περασμένο Αύγουστο.

Από την αναδρομική έρευνα, που έγινε σε δείγμα 212 γυναικών μέσης ηλικίας 48 ετών, 16-20 χρόνια μετά την τελευταία εγκυμοσύνη, προέκυψε ότι όσες μητέρες είχαν θηλάσει για λιγότερο από έξι μήνες είχαν μεγαλύτερο ποσοστό λιπώδους μάζας στο σώμα τους, ιδιαίτερα στην περιοχή της κοιλιάς.

Το 46,5% των γυναικών, που θήλασαν λιγότερο από έξι μήνες, είχαν υψηλό ποσοστό λίπους, σε σύγκριση με το 39% εκείνων που θήλασαν για 6-10 μήνες και με το 38% εκείνων που θήλασαν για περισσότερο από 10 μήνες.

Επιπλέον, η υψηλότερη λιπώδης μάζα στο σώμα των γυναικών συσχετίστηκε με σημαντικά υψηλότερη γλυκόζη ορού (προδιάθεση για σακχαρώδη διαβήτη), με αντίσταση στην ινσουλίνη (προδιάθεση για σακχαρώδη διαβήτη), με σημαντικά πιο αυξημένη LDL χοληστερόλη στο αίμα, όπως και με σημαντικά πιο αυξημένη συστολική και διαστολική πίεση αίματος.

«Το συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξαν οι ερευνητές, είναι ότι η μικρή διάρκεια θηλασμού και γαλουχίας, κατά τη διάρκεια της ζωής μιας γυναίκας, μπορεί να οδηγεί σε κατακράτηση βάρους και σε συνάθροιση λιπώδους μάζας, που έχουν ως αποτέλεσμα αυξημένο κίνδυνο για καρδιο-μεταβολικά νοσήματα, όπως ο διαβήτης, η υπέρταση, η στεφανιαία νόσος και η υπερλιπιδαιμία, στη μετέπειτα μεσήλικο ζωή», σχολιάζει ο παιδίατρος Στέλιος Παπαβέντσης, ο οποίος μετέφρασε την εν λόγω έρευνα στα ελληνικά.

Ο κ.Παπαβέντσης εξηγεί ότι η έρευνα αυτή έρχεται να προσθέσει έναν ακόμη λόγο υπέρ του θηλασμού, επισημαίνοντας σχετικά: «Ο θηλασμός δεν είναι μόνο σημαντικός για το παιδί, αλλά και για τη μητέρα. Έχει μεγάλη σημασία να θηλάσει μια γυναίκα το παιδί της πολλούς μήνες ή χρόνια και όχι λίγους μήνες ή λίγο, ενώ το μητρικό γάλα δεν γίνεται απλό νεράκι, που δεν ωφελεί σε τίποτα μετά τους έξι μήνες».