«Τι θα γίνει εάν υπάρξει μια άτακτη διάσπαση της ευρωζώνης», διερωτάται η Credit Suisse σε ανάλυσή της με σημερινή ημερομηνία σχετικά με την τύχη του ευρώ.

Σύμφωνα με την ελβετική τράπεζα, σε μια τέτοια περίπτωση τα περιφερειακά νομίσματα θα υποχωρήσουν 50% οδηγώντας τον καθαρό εξωτερικό δανεισμό στο 200%-250% του ΑΕΠ για την περιφέρεια πλην Ιταλίας, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να αποπληρωθεί το 40% των κρατικών και ιδιωτικών δανείων.

Οι ζημιές για τις τράπεζες στον πυρήνα της ευρωζώνης θα ανερχόταν στα 300 δισ. ευρώ, στα 630 δισ. ευρώ για τις περιφερειακές τράπεζες χωρίς την Ιταλία και στα 150 δισ. ευρώ για την ΕΚΤ.

Οι καθαρές ξένες υποχρεώσεις των περιφερειακών τραπεζών της Ευρώπης θα αυξανόταν κατά 800 δισ. ευρώ.

«Παραδοσιακά, στις μη ελεγχόμενες χρεοκοπίες, το ΑΕΠ υποχωρεί κατά 9% και τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια αυξάνονται στο 22%».

Συνεχίζει ακόμη επισημαίνοντας ότι ένα πάγωμα των καταθέσεων, ένα ισχυρό γερμανικό μάρκο (που το τμήμα forex της Credit Suisse βλέπει μάλιστα να αυξάνεται 40%), καθώς και ένας εμπορικός πόλεμος, είναι όλα πιθανά.

«Τα κέρδη ανά μετοχή μπορεί να υποχωρήσουν κατά 40%, ο S&P 500 θα φθάσει στις 750 μονάδες και οι ευρωπαϊκές τράπεζες μπορεί να υποχωρήσουν κατά περαιτέρω 40%».

Ωστόσο, διευκρινίζει ότι η πιθανότητα μιας γενικότερης διάσπασης της ευρωζώνης ανέρχεται μόλις στο 10%, τονίζοντας ότι το κόστος της μη διάσωσης των περιφερειακών χωρών της ευρωζώνης, είναι υψηλότερο από το κόστος διάσωσης αυτών.

Ακόμη, το κόστος για την Ελλάδα από ενδεχόμενη έξοδο από το ευρώ, είναι στο 10%-20% του ΑΕΠ. «Η Ιταλία και η Ισπανία δεν κινδυνεύουν να χρεοκοπήσουν κατά την άποψή μας. Θεωρούμε ότι η Ελλάδα δεν πρόκειται να βγει από το ευρώ μέχρι να φτιαχτεί το δίχτυ προστασίας για την υπόλοιπη περιφέρεια. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος κατά την άποψή μας θα είναι εάν η Ιταλία αποφασίσει να εγκαταλείψει το ευρώ».

Το πρόβλημα, σύμφωνα με την Credit Suisse, είναι η έλλειψη ανταγωνιστικότητας των οικονομιών της περιφέρειας, όπως και το χρέος. «Εκτιμούμε ότι ίσως χρειαστεί μια μείωση μισθών 8%-15% προκειμένου να ανακτηθεί η ανταγωνιστικότητα στην περιφερειακή ευρωζώνη».

Ως λύση βλέπει το ευρωομόλογο, «αλλά θα πάρει καιρό να καθιερωθεί, και απαιτεί συνταγματική μεταρρύθμιση, ενώ σε κάποιες χώρες και δημοψήφισμα.

Λύση θα ήταν να μετατραπεί το EFSF σε τράπεζα και να συνάπτει συμφωνίες επαναγοράς ομολόγων με την ΕΚΤ (αυξάνοντας το μέγεθός του στο δεκαπλάσιο), και θα μπορούσε να «δουλέψει» αλλά επίσης θα απαιτούσε κοινοβουλευτική έγκριση και ίσως παραβιάσει τον περιορισμό που έχει η ΕΚΤ να δανείζει σε ευρωπαϊκούς οργανισμούς.

Υπάρχει, σύμφωνα με το δημοσίευμα στο capital.gr και η σιωπηλή λύση: η ΕΚΤ συνεχίζει να αγοράζει/ανταλλάσσει ομόλογα των ευρωπαϊκών περιφερειακών χωρών (ήδη έχει στην κατοχή της 140 δισ. ευρώ σε ευρωπαϊκά κρατικά ομόλογα χωρών της περιφέρειας και 300 δισ. ευρώ σε repos).

«Και η καλύτερη λύση κατά την άποψή μας είναι να αυξηθούν τα κεφάλαια του EFSF στα 900 δισ. ευρώ, με τα 400 δισ. ευρώ να χρησιμοποιούνται σε ένα μηχανισμού τύπου TARP, τα 300 δισ. ευρώ για επαναγορά χρέους σε τιμές αγοράς, και τα υπόλοιπα να τοποθετηθούν σε μια EFSF τράπεζα και θα χρησιμοποιούνται για την αγορά περιφερειακών ομολόγων. Ένα πιο ασθενές ευρώ και ένα ήπιο QE χρειάζεται να είναι μέρος της λύσης κατά την άποψή μας».