To Eθνικό Ίδρυμα Αγροτικής Έρευνας (ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε.) είναι ο εθνικός φορέας για την Αγροτική Έρευνα & Τεχνολογία στην Ελλάδα και λειτουργεί από το 1989 ως (Ν.Π.Ι.Δ., εποπτευόμενο από το Υπ. Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων (Νόμος 1845/1989).

Το ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε. είναι υπεύθυνο για τη διεξαγωγή και ανάπτυξη της αγροτικής έρευνας και τεχνολογίας στην Ελλάδα και συνάμα στηρίζει και υλοποιεί τις αναπτυξιακές προσπάθειες και πρωτοβουλίες του ΥΠΑΑΤ, συνεταιρισμών, παραγωγικών φορέων, ομάδων παραγωγών με τη νέα επιστημονική γνώση και τεχνολογική καινοτομία που παράγει για μια φιλική προς το περιβάλλον αλλά και δυναμική και ανταγωνιστική αγροτική παραγωγή.

Η χρηματοδότησή του από το ΥΠΠΑΤ για το 2011 είναι 17.400.000 € (15 εκ, μισθοδοσία και 2,4 εκ. λειτουργικά). Τα ερευνητικά προγράμματα που τρέχουν είναι προϋπολογισμού: 17,5 από τα οποία 13,2 ανταγωνιστικά και 4,3 κατ’ ανάθεση.

Ακόμα, και παρά την εγκατάλειψη του από το ΥΠΑΑΤ, στην αξιολόγηση των Ερευνητικών Ιδρυμάτων της χώρας που έγινε το 2011 από το Κέντρο Τεκμηρίωσης, το ΕΘΙΑΓΕ αναδείχθηκε πρώτο και ακολουθεί η Ακαδημία Αθηνών ως τα καλύτερα – εκτός ΓΓΕΤ- ερευνητικά ιδρύματα!.

Στις 29/7/2011 το ΥΠΑΑΤ με ανακοίνωσή του αναφέρει, ότι λόγω μνημονίου συγχωνεύεται το ΕΘΙΑΓΕ με τον Οργανισμό Γεωργικής Εκπαίδευσης & Κατάρτισης (ΟΓΕΕΚΑ-ΔΗΜΗΤΡΑ), τον Οργανισμό Πιστοποίησης & Επίβλεψης Γεωργικών Προϊόντων (ΟΠΕΓΕΠ) και τον Ελληνικό Οργανισμό Γάλακτος & Κρέατος (ΕΛΟΓΑΚ) και συστήνεται ΝΠΙΔ με την επωνυμία ‘Ελληνικός Γεωργικός Οργανισμός-Δήμητρα’. Από τις 14-26/9/2011 το σχετικό νομοσχέδιο είναι σε δημόσια διαβούλευση.

Σύμφωνα με το σχέδιο στην Γενική Δ/νση ‘Ερευνας δημιουργούνται 11 Ινστιτούτα Εφαρμοσμένης Αγροτικής Έρευνας στην έδρα κάθε Περιφέρειας, θεωρώντας ότι η ερευνητική δραστηριότητα μπορεί να δομηθεί και να κατανεμηθεί όπως άλλες διοικητικές και αναπτυξιακές υπηρεσίες και υπηρεσίες εξυπηρέτησης του πολίτη (ΟΑΕΔ, ΚΕΠ, εκπαίδευση, υπηρεσίες αγροτικής ανάπτυξης, υπηρεσίες υγείας, κ.λπ.) σε περιφερειακό επίπεδο. Η αντίληψη αυτή δημιουργεί σύγχυση και οδηγεί σε λάθος προσεγγίσεις.

Ενώ η ερευνητική δραστηριότητα απαιτεί σημαντικό αριθμό εξειδικευμένων ερευνητών και τεχνικών υποστήριξης της έρευνας, πολύ ακριβές υποδομές σε εργαστηριακούς και μηχανολογικούς εξοπλισμούς και υψηλούς χρηματικούς πόρους για υλοποίηση ερευνητικών έργων, αντίθετα η μεταφορά τεχνογνωσίας απαιτεί πιο ελαφρά και ευέλικτα σχήματα που δεν απαιτούν ούτε υψηλής εξειδίκευσης προσωπικό, ούτε σημαντικές υποδομές και χρηματικούς πόρους για υλοποίηση των στόχων της μεταφοράς και εφαρμογής της νέας τεχνογνωσίας στους αγρότες.

Τα ερευνητικά Ινστιτούτα, εξειδικευμένα σε συγκεκριμένα γνωστικά αντικείμενα (είναι δυνατόν η Ελλάδα να μην έχει Ινστιτούτο για την ελιά όταν η ελιά και το λάδι είναι στις άμεσες προτεραιότητες του ΥΠΑΑΤ!) καλύπτοντας τις ερευνητικές ανάγκες όλης της χώρας, και όχι μόνο, αξιολογούνται βάσει διεθνών προτύπων από εθνικούς και διεθνείς φορείς ως προς την επάρκειά τους και τη δυνατότητά τους να διεξάγουν έρευνα. Η θετική αξιολόγηση αποτελεί προϋπόθεση για τη δυνατότητα του Ινστιτούτου να διεκδικεί χρηματοδότηση από εθνικούς ευρωπαϊκούς και διεθνείς φορείς χρηματοδότησης ερευνητικών έργων.

Οποιαδήποτε προσπάθεια για δημιουργία νέου ερευνητικού Ινστιτούτου πρέπει να συνοδεύεται από πολύ υψηλή χρηματοδότηση και πρόσληψη άμεσα νέου ερευνητικού προσωπικού, έτσι ώστε να ξεπεράσει επιτυχώς τα τεστ αξιολόγησης. Το υψηλού επιπέδου ερευνητικό προσωπικό και προσωπικό υποστήριξης που πρέπει να προσληφθεί καθώς και οι πανάκριβες υποδομές που πρέπει να δημιουργηθούν καθιστά ανέφικτη την προσπάθεια δημιουργίας νέων ερευνητικών Ινστιτούτων. Η σημερινή οικονομική κατάσταση της χώρας μας συνηγορεί στο ανέφικτο μιας τέτοιας προσπάθειας.

Αντίθετα, το κόστος για τη δημιουργία μονάδων κατάρτισης και εφαρμογής έρευνας μπορεί έχει περιφερειακή οργάνωση και πολύ χαμηλό κόστος, αξιοποιώντας τις εγκαταστάσεις του ΟΓΕΚΑ-ΔΗΜΗΤΡΑ και την συνδρομή των γεωτεχνικών της κάθε Περιφέρειας.

Η συνένωση αυτή, οργανισμών με ανόμοια φύση και λειτουργία, δεν πρέπει να γίνει με γνώμονα μόνο τα αμφίβολα λογιστικά οφέλη από την πιθανή μείωση των λειτουργικών δαπανών. Χωρίς μια πολύπλευρη μελέτη κόστους-ωφέλειας, που δεν υπάρχει, παραδίδοντας την έρευνα και καινοτομία του αγροτικού τομέα στις πολυεθνικές. Το γεγονός ότι στο όνομα του νέου οργανισμού δεν υπάρχει η λέξη ‘έρευνα’, πράγμα που αποτελεί παγκόσμια πρωτοτυπία, και ότι ο αριθμός των οργανικών θέσεων ερευνητών μειώνεται στους 200, κάτι σηματοδοτεί.

Από το 2001 το προσωπικό του ΕΘΙΑΓΕ ζητά την αναδιάρθρωσή του (μείωση των Ινστιτούτων κατά 50% για μείωση του λειτουργικού κόστους, κάλυψη των στρατηγικών τομέων της αγροτικής παραγωγής, στελέχωση μονάδων για τη δημιουργία κρίσιμης μάζας ερευνητών ανά Ινστιτούτο και χωροταξική κατανομή ανά την Ελλάδα) χωρίς δυστυχώς να ανταποκρίνεται η εκάστοτε πολιτική ηγεσία λόγω ανυπαρξίας αγροτικής και ερευνητικής πολιτικής.

Είναι σαφές, ότι η χώρα και οι σημερινές περιστάσεις απαιτούν σοβαρή, αντικειμενική και τεκμηριωμένη δράση, μακριά από ερασιτεχνισμούς και παγκόσμιες πρωτοτυπίες που στερούνται υπόστασης και εγκυμονούν την απαξίωση και ισοπέδωση των θεσμών, αξιών και μακρόχρονων προσπαθειών. Αφού η ‘αγροτική έρευνα’ δεν εντάχθηκε στην ΓΓΕΤ (Υπουργείο Παιδείας, Διά Βίου Μάθησης & Θρησκευμάτων) στα πλαίσια του Νέου Θεσμικού Πλαισίου Έρευνας και Τεχνολογίας, ο νέος οργανισμός θα πρέπει να διατηρήσει τον ερευνητικό του χαρακτήρα και να ακολουθεί στο ακέραιο το Νέο Θεσμικό Πλαίσιο Έρευνας και Τεχνολογίας της ΓΓΕΤ, ακόμα και εάν εποπτεύεται από το ΥΠΑΑΤ.

Στη σημερινή οικονομική συγκυρία, όπου η αγροτική παραγωγή είναι από τις ελάχιστες οικονομικές δραστηριότητες που μπορούν να στηρίξουν την οικονομική ανάκαμψη της χώρας. είναι αυτονόητο ότι ένας τέτοιος φορέας που στηρίζει την ελληνική αγροτική παραγωγή πρέπει όχι μόνο να παραμείνει αλλά και να ενισχυθεί.

Η άμεση υλοποίηση της πρότασης του Διοικητικού Συμβουλίου του ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε., προϊόν διαβούλευσης όλων των εμπλεκομένων, για την προτεινόμενη αναδιοργάνωση, μείωση σε 15 Ινστιτούτα αυτοτελή και αυτόνομα κατανεμημένα πανελλαδικά, είναι επιτακτική.

Δρ. Κώστας Χαρτζουλάκης