Ο εκπρόσωπος του Ευρωπαίου επίτροπου Όλι Ρεν, ξεκαθάρισε την Δευτέρα ότι οι αποφάσεις για την εκταμίευση της 6ης δόσης του δανείου προς την Ελλάδα, ύψους 8 δισ. ευρώ, δεν πρόκειται να ληφθούν κατά τη συνάντηση των Ευρωπαίων υπουργών Οικονομικών στις αρχές της επόμενης εβδομάδας στο Λουξεμβούργο, καθώς θα πρέπει να προηγηθεί η επιστροφή της τρόικας στην Αθήνα και η ολοκλήρωση του ελέγχου της ελληνικής οικονομίας.

Οι υπουργοί Οικονομικών της Ευρωζώνης (Eurogroup) και της ΕΕ (Ecofin) θα συναντηθούν στο Λουξεμβούργο στις 3-4 Οκτωβρίου.

Ερωτηθείς σχετικά ο Αμαντέου Αλταφάζ, κατά την τακτική ενημέρωση των δημοσιογράφων στις Βρυξέλλες, είπε: «Νομίζω πως ναι, μπορείτε να το αποκλείσετε αυτό».

Η απόφαση σύμφωνα με το in.gr, για την εκταμίευση δεν είναι πιθανό να γίνει στις συνεδριάσεις του Eurogroup/Ecofin, καθώς η τρόικα δεν έχει επιστρέψει ακόμα στην Αθήνα για την αξιολόγηση του προγράμματος προσαρμογής, επισήμανε.

Οι ελεγκτές θα επιστρέψουν «σύντομα, αλλά δεν έχω την ακριβή ημερομηνία», είπε.

Ο κ. Αλταφάζ είπε, πάντως, η απόφαση μπορεί να ληφθεί με ευελιξία, χωρίς δηλαδή τη φυσική παρουσία των υπουργών σε ένα συμβούλιο, καθώς «σήμερα υπάρχουν και οι τηλεδιασκέψεις».

Σημειώνεται πως η έγκριση της 6ης δόσης δεν είναι απαραίτητο να γίνει σε τακτική συνεδρίαση του Eurogroup, καθώς μπορεί να γίνει και με τηλεδιάσκεψη.

Νωρίτερα, στο ίδιο θέμα είχε αναφερθεί ο Γερμανός αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών Γιοργκ Άσμουσεν, λέγοντας και αυτός ότι δεν θα ληφθεί απόφαση στο Eurogroup/Ecofin.

Υπάρχουν αυξανόμενες ανησυχίες πως η Ελλάδα θα χρειαστεί μία δραστική αναδιάρθρωση του χρέους της, πέρα απ' αυτή που είχε συμφωνηθεί στο πλαίσιο της Συνόδου Κορυφής της Ευρωζώνης στις 21 Ιουλίου, ωστόσο ο εκπρόσωπος του κ. Ρεν είπε ότι δεν εξετάζεται αυτό το ενδεχόμενο.

Ο Αμαντέου Αλταφάζ είπε ακόμα ότι η διεύρυνση του μηχανισμού ευρωστήριξης EFSF δεν θα επιτρέψει την περαιτέρω αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους.

Η Ελλάδα «βρίσκεται αντιμέτωπη με τη στιγμή της αλήθειας, είναι η τελευταία της ευκαιρία να αποφύγει την κατάρρευση της οικονομίας της», υπογράμμισε, προσθέτοντας ότι η χώρα έχει δείξει ξεκάθαρα ότι προτίθεται να τηρήσει τις δεσμεύσεις της.

«Η ΕΕ δεν πρόκειται να εγκαταλείψει την Ελλάδα» υπογράμμισε, προσθέτοντας πως «ό,τι συμβαίνει στην Ελλάδα έχει αντίκτυπο στη Λισαβόνα, το Βερολίνο, το Ελσίνκι, την Μπρατισλάβα, το Λονδίνο, την Ουάσιγκτον, το Πεκίνο και ούτω καθεξής».

Ο εκπρόσωπος του κοινοτικού επιτρόπου σημείωσε, ακόμη, ότι έχει υπάρξει «σημαντική πρόοδος» στις συνομιλίες, ενώ, χωρίς να προχωρήσει σε λεπτομέρειες, τόνισε ότι οι βασικές προκλήσεις που θα πρέπει να αντιμετωπιστούν στα εναπομείναντα θέματα είναι η δημοσιονομική απόκλιση για το 2011 και το 2012, η εφαρμογή των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, όπως το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων και οι αποκρατικοποιήσεις.

Ειδικότερα, για τις αποκρατικοποιήσεις είπε ότι θα πρέπει να οριστικοποιηθούν ορισμένα ζητήματα, όπως ο κατάλογος των προς ιδιωτικοποίηση επιχειρήσεων, τα χρονοδιαγράμματα, οι διαδικασίες που θα ακολουθηθούν, καθώς και οι επιπτώσεις στον προϋπολογισμό.

Ο κ. Αλταφάζ διευκρίνισε, ότι οι από κοινού συμφωνημένοι δημοσιονομικοί στόχοι που έχουν τεθεί δεν έχουν αλλάξει και ότι αυτό που απαιτείται είναι η πιστή εφαρμογή των μέτρων που ανακοινώθηκαν πρόσφατα.

Σε ό,τι αφορά τη συνεχιζόμενη καθυστέρηση που παρατηρείται για τη λήψη απόφασης σχετικά με την επόμενη δόση, ο κ. Αλταφάζ επεσήμανε με νόημα ότι η Επιτροπή λαμβάνει μεν υπόψη τις δανειακές ανάγκες της Ελλάδας, αλλά λαμβάνει, επίσης, υπόψη και την εντολή που η ίδια η Επιτροπή έχει, προκειμένου να διαπιστωθεί ότι καλύπτονται πλήρως οι αυστηρές προϋποθέσεις για την καταβολή της δόσης.

«Στην έκθεση συμμόρφωσης που θα συντάξει η τρόικα θα πρέπει να υπάρχει πλήρης διαφάνεια για τον αντίκτυπο όλων των μέτρων στην επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων», τόνισε ο εκπρόσωπος του κ. Ρεν.

Σχετικά με τις αποφάσεις της 21ης Ιουλίου, ο κ. Αλταφάζ, ερωτηθείς αν τίθεται θέμα αναθεώρησής τους, υπογράμμισε ότι ειδικά για την Ελλάδα συνιστούν σημαντική ενίσχυση των μέσων για τη στήριξη της χώρας και υπενθύμισε τις ρυθμίσεις που αποφασίστηκαν, όπως είναι η μείωση των επιτοκίων, η επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής των δανείων και η συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα στο νέο πρόγραμμα.

Αξίζει να σημειωθεί ότι απέφυγε να χαρακτηρίσει αυτή τη συμφωνία επαρκή για την Ελλάδα, καθώς μίλησε για μία «απόφαση που συνιστά καλή παρέμβαση».

Κληθείς, εξάλλου, να σχολιάσει δημοσιεύματα που κάνουν λόγο για το ενδεχόμενο αύξησης των πόρων του ισχύοντος Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Στήριξης, τόνισε ότι η Επιτροπή είναι ανοιχτή σε προτάσεις για ενίσχυση των μέσων που θα διασφαλίσουν συνολικά τη σταθερότητα στην Ευρωζώνη, υπογραμμίζοντας, πάντως, ότι από τη στιγμή που δεν έχει ξεκινήσει οποιαδήποτε επίσημη συζήτηση επί του θέματος η Επιτροπή δεν θα εμπλακεί σε σενάρια τα οποία είναι πρόωρα.

«Όταν το αδιανόητο γίνεται πραγματικότητα τότε θα πρέπει να επιδεικνύουμε ευελιξία και να λειτουργούμε και εκτός πλαισίου, με την κατάλληλη πολιτική βούληση και δημιουργικότητα», είπε χαρακτηριστικά.