Οικονομικοί σύμβουλοι της γερμανικής και της γαλλικής κυβέρνησης ζήτησαν σε άρθρο τους την Τρίτη να δοθεί η δυνατότητα στην Ελλάδα να διαγράψει το 50% του χρέους της, απευθύνοντας παράλληλα έκκληση για περισσότερη στήριξη στις τράπεζες που κατέχουν μεγάλα ποσά ελληνικών ομολόγων.

Οι αποφάσεις της 21ης Ιουλίου για την επίλυση της κρίσης χρέους δεν είναι επαρκείς, έγραψε σε άρθρο της στην εφημερίδα Financial Times Deutschland μια ομάδα οικονομολόγων, συμπεριλαμβανομένων των ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων («σοφών») της γερμανικής κυβέρνησης, ενός συμβούλου της γαλλικής κυβέρνησης, ενός οικονομολόγου του «σκιώδους» συμβουλίου της ΕΚΤ, καθώς και του εκδότη της «Οικονομικής Ανασκόπησης του ΔΝΤ».

«Οι πιστωτές θα πρέπει να παραιτηθούν από το μισό της ονομαστικής αξίας των ελληνικών ομολόγων τους», ανέφερε το άρθρο τους. «Τότε θα ήταν δυνατό για την Ελλάδα να μειώσει τα επίπεδα του χρέους της σε ένα βιώσιμο επίπεδο, με τις δικές της δυνάμεις».

Η Ελλάδα βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της κρίσης του χρέους της ζώνης του ευρώ που έχει επεκταθεί στην Ιρλανδία και την Πορτογαλία και τώρα απειλεί την Ιταλία, την Ισπανία και μερικές από τις μεγαλύτερες τράπεζες της Ευρώπης, κινδυνεύοντας να βυθίσει σε ύφεση ολόκληρη τη Δύση.

Οι συμφωνίες της 21ης Ιουλίου προβλέπουν περικοπή του ελληνικού χρέους κατά 21%, μέσα από μια συμφωνία ανταλλαγής ομολόγων που θα δίνει στην Αθήνα περισσότερο χρόνο να εξοφλήσει τα χρέη της στις τράπεζες. Πολλοί παράγοντες της χρηματοπιστωτικής αγοράς παραμένουν, ωστόσο, πεπεισμένοι ότι μια μεγαλύτερης κλίμακας περικοπή είναι σχεδόν αναπόφευκτη.

Η ομάδα των συμβούλων θέλει τις τράπεζες να είναι σε θέση να ανταλλάσσουν τα ελληνικά ομόλογά τους με ομόλογα που εκδίδονται από τον μηχανισμό διάσωσης της ευρωζώνης (EFSF).

«Ιδιαίτερη στήριξη χρειάζονται οι τράπεζες με μεγάλες συμμετοχές των ελληνικών κρατικών ομολόγων», έγραψαν. «Αυτό ισχύει ιδιαίτερα στην περίπτωση των ελληνικών τραπεζών».

«Eίναι απαραίτητο να βελτιωθεί η συνεργασία στη ζώνη του ευρώ και να αναπτυχθούν δυνατότητες για να σπάσει ο φαύλος κύκλος των τραπεζών και της κρίσης του χρέους, και να διασφαλιστούν η ανταγωνιστικότητα και η ανάπτυξη», επισημαίνεται στο άρθρο.