Μεγαλύτερες ποσότητες ελαιολάδου για τις οποίες θα είναι διατεθειμένη να πληρώσει καλύτερο αντίτιμο θα «απαιτήσει» η παγκόσμια αγορά την ερχόμενη πενταετία.

Ωστόσο, για να μπορέσει να επωφεληθεί από την ευνοϊκή αυτή συγκυρία, ο ελληνικός ελαιουργικός κλάδος θα πρέπει να υλοποιηθούν ορισμένες σημαντικές διαρθρωτικές αλλαγές και, κυρίως: (i) περιορισμός του κόστους παραγωγής (κυρίως μέσω συγκέντρωσης σε όλα τα στάδια παραγωγής) και (ii) αύξηση του μεριδίου παραγωγής που τυποποιείται.

Τα παραπάνω αναφέρει, μεταξύ άλλων, σχετική μελέτη της Εθνικής Τράπεζας για το ελαιόλαδο που δόθηκε στη δημοσιότητα τη Δευτέρα 26 Σεπτεμβρίου.

Στην ίδια μελέτη αναφέρεται ακόμα ότι η ελληνική παραγωγή θα περιορισθεί κοντά στους 340.000 τόνους το 2015 και λίγο πάνω από 300.000 τόνους το 2020 (από 360.000 τόνους το 2010). Παράλληλα αναμένεται μείωση των αγροτικών επιδοτήσεων στο ελαιόλαδο μέχρι το 2020 λόγω της εφαρμογής της νέα ΚΑΠ.

Όπως αναγράφεται χαρακτηριστικά στην μελέτη, το ελαιόλαδο αποτελεί σημαντικό κομμάτι της ελληνικής οικονομίας καθώς καλύπτει το 11% της συνολικής αγροτικής παραγωγής στην Ελλάδα σε όρους αξίας (έναντι 2% στην Ευρώπη).

Ειδικότερα, η Ελλάδα είναι η τρίτη μεγαλύτερη παραγωγός ελαιολάδου (μετά την Ισπανία και την Ιταλία), με παραγωγή της τάξης των 370 χιλιάδων τόνων το 2009, η οποία αντιστοιχεί σε αξία της τάξης των €800 εκατ., συνεισφέροντας έτσι το 0,3% του ΑΕΠ (έναντι 0,2% του ΑΕΠ για τον ισπανικό κλάδο και 0,1% για τον ιταλικό).

Η διεθνής ελαιοπαραγωγή χαρακτηρίζεται από διαχρονικά ανοδική τάση, η οποία γίνεται περισσότερο αισθητή την τελευταία δεκαετία, φθάνοντας τους 3,1 εκατ. τόνους το 2009, επίπεδο υψηλότερο κατά 60% σε σχέση με το 1990. Τα ¾ της διεθνούς παραγωγής συνεχίζουν να πραγματοποιούνται από τρεις χώρες: την Ισπανία (41% το 2009 από 33% το 1990), την Ιταλία (20% από 25%) και την Ελλάδα (12% από 16%).

Ωστόσο, αξιοσημείωτη είναι η άνοδος της παραγωγής των λοιπών χωρών κατά 70% για την ίδια περίοδο – αντικατοπτρίζοντας κυρίως την αύξηση της παραγωγής στη Συρία, την Τουρκία και το Μαρόκο (των οποίων το μερίδιο αυξάνεται στο15% το 2009 από 9% το 1990).

Οι εμπορικές ροές τυποποιημένου ελαιολάδου κατευθύνονται στους βασικούς προορισμούς κατανάλωσης (εκτός των παραδοσιακών αγορών), που είναι κυρίως Η.Π.Α., Γαλλία και Γερμανία. Όσον αφορά τις χώρες προέλευσης, η Ισπανία καλύπτει το 38% της αγοράς το 2009 (από 37% το 1990), η Ιταλία το 30% της αγοράς (από 36%), η Ελλάδα το 3% (από 4%), ενώ οι λοιπές χώρες ελαιοπαραγωγοί φαίνεται να κερδίζουν μερίδιο αγοράς (29% το 2009, από 22% το 1990).

Στο σημείο αυτό είναι σημαντικό να αναφέρουμε ότι περίπου το ½ των τυποποιημένων εξαγωγών των χωρών του τριγώνου Ιταλία-Ισπανία-Ελλάδα γίνονται με λάδι από άλλη χώρα του τριγώνου – κατάσταση που οφείλεται κυρίως στην Ιταλία, η οποία εκμεταλλεύεται τη διεθνή αναγνωρισιμότητα του ιταλικού ελαιολάδου και τα οργανωμένα δίκτυα προώθησης που έχει.

Είναι εντυπωσιακό, αναφέρει η έκθεση, ότι οι εισαγωγές ελαιολάδου σε χύμα μορφή της Ιταλίας (κυρίως από Ισπανία και Ελλάδα) είναι μεγαλύτερες από το σύνολο των εξαγωγών της που αφορούν κυρίως τυποποιημένο ελαιόλαδο.

Σημειώνουμε ότι η Ελλάδα και η Ισπανία εξάγουν στην Ιταλία σε τιμές κοντά στα €2/κιλό, η οποία στη συνέχεια εξάγει σε τιμές της τάξης των €3/κιλό – ενδεικτικό ότι η Ιταλία καρπώνεται υπεραξία τουλάχιστον €1/κιλό.



Οι προοπτικές την επόμενη πενταετία

Η αύξηση της προσφοράς τα τελευταία χρόνια (σε συνδυασμό με τις πιέσεις από τις τάσεις συγκέντρωσης των πολυεθνικών βιομηχανιών τροφίμων και των supermarkets) άσκησε περιοριστική επίδραση στις τιμές (€1,9/κιλό το 2009 από €2,3/κιλό κατά μέσο όρο την περίοδο 2000-2008).

Επιπλέον, σημειώνει η έκθεση ότι η τιμή σε όρους πραγματικής αξίας ακολουθεί πτωτική τάση κατά την τελευταία εικοσαετία (με μέση ετήσια μείωση 2%). Το γεγονός αυτό αντικατοπτρίζει την ταχύτερη αύξηση της παραγωγής, κυρίως της ισπανικής και δευτερευόντως των τρίτων χωρών (οι οποίες έχουν και χαμηλότερο κόστος παραγωγής).

Όμως σε ότι αφορά στην επόμενη πενταετία η ζήτηση εκτιμάται ανοδική, κυρίως στις μη παραδοσιακές αγορές.

Αναλυτικότερα, η ζήτηση στις 3 βασικές χώρες ελαιοπαραγωγούς εκτιμάται ότι θα αυξηθεί κατά 0,6% κ.μ.ο ετησίως (έναντι 0,5% την προηγούμενη δεκαετία), ενώ η ζήτηση στις λοιπές χώρες εκτιμάται ότι θα αυξηθεί κατά 5% κ.μ.ο ετησίως λόγω αυξημένης ζήτησης για προϊόντα υψηλής διατροφικής αξίας (έναντι 3% την προηγούμενη δεκαετία).

Η παραγωγή των χωρών του τριγώνου θα δεχθεί μικρή περιοριστική επίδραση από την αναθεώρηση της ΚΑΠ. Συγκεκριμένα, εκτιμά η έκθεση της Εθνικής, ότι η παραγωγή θα αυξηθεί κοντά στους 2,5 εκατ. τόνους το 2012 και στη συνέχεια θα επιστρέψει στους 2,3 εκατ. τόνους το 2015 (επίπεδο αντίστοιχο με του 2010).

Με δεδομένο ότι η παραγωγή στις λοιπές χώρες θα συνεχίσει να αυξάνεται με το μέσο μακροχρόνιο ρυθμό της τελευταίας εικοσαετίας (2,5%), η συνολική παραγωγή θα αγγίξει τους 3,3 εκατ. τόνους το 2015 (από 3,2 εκατ. τόνους το 2010).

Οι τιμές αναμένεται ότι θα ανακάμψουν σταδιακά, κυρίως λόγω της ταχύτερης αύξησης της ζήτησης σε σχέση με την προσφορά. Βάσει των εκτιμήσεων, η διεθνής τιμή ελαιολάδου θα προσεγγίσει τα €2,6/κιλό το 2015 (από €2,3/κιλό την περίοδο 1991-2010).

Οι Ελληνικές αδυναμίες

Όπως επισημαίνεται στην έκθεση, οι Έλληνες παραγωγοί δεν έχουν εκμεταλλευτεί επαρκώς τη διεθνή δυναμική των τελευταίων ετών, με αποτέλεσμα το μερίδιο της Ελλάδας στην παραγωγή να έχει περιοριστεί στο 12% το 2009 από 16% το 1990.

Ειδικότερα, (i) στην εγχώρια αγορά (που απορροφά τα 2/3 της παραγωγής) παρατηρείται σταδιακή υποκατάσταση του ελαιολάδου από άλλα φυτικά έλαια και (ii) ο όγκος των εξαγωγών περιορίζεται διαχρονικά με αποτέλεσμα το μερίδιο της Ελλάδας στην διεθνή αγορά τυποποιημένου ελαιολάδου να έχει περιοριστεί στο 3% τη δεκαετία του 2000 από 4% τη δεκαετία του 1990.

Οι αιτίες που δρουν περιοριστικά στη δυναμική του κλάδου στην Ελλάδα αφορούν κυρίως διαρθρωτικές αδυναμίες σε όλα τα στάδια παραγωγής (ελαιοπαραγωγή, επεξεργασία, τυποποίηση, διανομή-προώθηση).



Τι πρέπει να γίνει

Η παραγωγή πρέπει να επικεντρωθεί σε περιοχές με υψηλές αποδόσεις λόγω γεωγραφικής θέσης (κυρίως Κρήτη και Πελοπόννησος), σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερες εκτάσεις και να προωθηθεί όπου είναι εφικτό η συλλογή καρπών με χρήση μηχανημάτων. Επιπλέον, η σταδιακή αναβάθμιση της τεχνολογίας των ελαιοτριβείων (κυρίως μέσω αντικατάστασης των τριφασικών από διφασικά) εκτιμάται ότι μπορεί να περιορίσει σημαντικά το κόστος παραγωγής.

Καταλύτης για να εκμεταλλευτεί πραγματικά ο κλάδος ελληνικού ελαιολάδου τα συγκριτικά του πλεονεκτήματα είναι ο περιορισμός του τμήματος της εγχώριας αγοράς που καλύπτεται από χύμα ελαιόλαδο (της τάξης των ¾ της εγχώριας κατανάλωσης).

Η συγκέντρωση στον κλάδο των ελαιοτριβείων όσο και στον τομέα των συνεταιρισμών (σε συνδυασμό με την καθετοποίηση της παραγωγής) θα μπορούσε να βοηθήσει προς αυτή την κατεύθυνση.

Παράλληλα, η οργάνωση και ο αυστηρός έλεγχος ποιότητας, καθώς και οι πολιτικές προορισμού της φοροδιαφυγής, μπορούν να βοηθήσουν να πραγματοποιηθεί ουσιαστική στροφή στο τυποποιημένο ελαιόλαδο.

Δείτε εδώ ολόκληρη την μελέτη της Ε.Τ.Ε. για το ελαιόλαδο