Με κραυγή αγωνίας αλλά και δύναμης στην Πλατεία Ελευθερίας στο Ηράκλειο και στην Πλατεία Αριστοτέλους στη Θεσσαλονίκη, ξεκίνησε η σημερινή μέρα για τα μέλη, τους απόφοιτους,  τους γονείς, τους φίλους και τους εργαζόμενους  του ΚΕΘΕΑ.

Στο Ηράκλειο αμέσως μετά την «κραυγή» αγωνίας, εκπρόσωποι του Δ.Σ. Συλλόγου Οικογένειας του ΚΕΘΕΑ ΑΡΙΑΔΝΗ, επισκέφτηκαν την Αντιπεριφερειάρχη κ.Θεανώ Βρέντζου  και εκπροσώπους της Περιφέρειας, τους ενημέρωσαν για τα ζητήματα που τους απασχολούν, έθεσαν τους προβληματισμούς τους και ζήτησαν τη στήριξη της Περιφέρειας.

Η κ.Βρέντζου σε συνεννόηση με τον Περιφερειάρχη κ.Αρναουτάκη - ο οποίος ήταν στην Αθήνα - και αφού έλαβε γνώση τα όσα ειπώθηκαν ζήτησε να γίνει επίσκεψη στις εγκαταστάσεις του προγράμματος προκειμένου να γνωρίσουν από κοντά τη λειτουργία και το έργο του ΚΕΘΕΑ

Τέλος τη συμπαράσταση και την υποστήριξή τους εξέφρασαν απλοί πολίτες, εκπρόσωποι φορέων και συλλόγων.

Η Κραυγή του ΚΕΘΕΑ σε αιτήματα

Προασπιζόμενοι το δικαίωμα στη θεραπεία και την κοινωνική ένταξη, ζητούν

Να δοθεί στο ΚΕΘΕΑ η εγκεκριμένη για το έτος επιχορήγηση, ώστε να μην τιναχτεί στον αέρα η θεραπεία χιλιάδων ανθρώπων που, μαζί με τις οικογένειές τους, συμμετέχουν στα «στεγνά» προγράμματα του ΚΕΘΕΑ και παλεύουν για την απεξάρτηση από κάθε ουσία.

Η στέρηση του δικαιώματος για θεραπεία και η παραμονή στη χρήση αυξάνει μακροπρόθεσμα τις δαπάνες για τη δημόσια υγεία, τη δίωξη και την απονομή της ποινικής δικαιοσύνης. Μέχρι σήμερα το Υπουργείο Υγείας δεν έχει δώσει επίσημη απάντηση στο ΚΕΘΕΑ για το ποσό της επιχορήγησης του 2011 με αποτέλεσμα ο οργανισμός  να κινδυνεύει να μη μπορεί να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του.

Τα 11.270.000 ευρώ, που έχει λάβει μέχρι σήμερα το ΚΕΘΕΑ, αντιστοιχούν στο 49% της εγκεκριμένης επιχορήγησης, η οποία ανέρχεται σε 23.000.000 ευρώ. Με το ποσό αυτό και την αυτοχρηματοδότησή του, το ΚΕΘΕΑ προσπαθεί να ανταποκριθεί σε δαπάνες 25.000.000 ευρώ για το 2011. Οι δαπάνες αυτές είναι ήδη μειωμένες κατά 17,4% σε σχέση με το 2009, ενώ το ΚΕΘΕΑ συνεχίζει να αναπτύσσει μονάδες σε διάφορες πόλεις και στα σωφρονιστικά καταστήματα.

Να μη μειωθούν οι εργαζόμενοι στο ΚΕΘΕΑ με την εφαρμογή της εργασιακής εφεδρείας. Κάθε μείωση θα οδηγήσει  σε κλείσιμο μονάδων, τη στιγμή που η οικονομική κρίση αυξάνει τη χρήση ουσιών και τις ανάγκες για πρόληψη, θεραπεία και επανένταξη.

Το ΚΕΘΕΑ  λειτουργεί με έλλειψη προσωπικού, καθώς δεν έχει λάβει έγκριση νέων προσλήψεων από το 2006, παρά το γεγονός ότι στο ίδιο διάστημα, ανταποκρινόμενο στις ανάγκες της ελληνικής κοινωνίας, έχει δημιουργήσει νέα προγράμματα σε διάφορες περιοχές (Χανιά, Ιωάννινα, Λέσβος, Καλαμάτα, Κομοτηνή) και σε διαφορετικά σωφρονιστικά καταστήματα (Κορυδαλλός, Ελεώνας Θηβών, Διαβατά κ.λπ.). Είναι χαρακτηριστικό ότι, ενώ για τη λειτουργία του πανελλαδικού δικτύου υπηρεσιών του  ΚΕΘΕΑ απαιτούνται 890 άτομα,  ο οργανισμός λειτουργεί αυτή τη στιγμή μόλις με 559. Με αυτή τη δύναμη ανθρώπινου δυναμικού ο οργανισμός λειτουργεί 100 μονάδες σε 23 πόλεις και 15 σωφρονιστικά καταστήματα, εξυπηρετώντας ετησίως 15.000 άτομα, χωρίς να συνυπολογίζεται στον αριθμό αυτό  ο σημαντικός ετήσιος αριθμός ατόμων που συμμετέχουν στα προγράμματα πρόληψης και εκπαίδευσης επαγγελματιών του ΚΕΘΕΑ. Άλλωστε, μέσα στο 2011 μέχρι σήμερα έχουν αποχωρήσει 17 μέλη προσωπικού, δημιουργώντας δυσαναπλήρωτα κενά

Να μη συγχωνευθεί το ΚΕΘΕΑ με τον  ΟΚΑΝΑ, δημιουργώντας  έναν υδροκέφαλο γραφειοκρατικό οργανισμό με ελλείμματα, που θα οδηγήσει στη μείωση της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών, επιβαρύνοντας τελικά περισσότερο το κράτος. Τυχόν συγχώνευση θα πλήξει την αυτοδιοίκηση του ΚΕΘΕΑ και κατά συνέπεια την αποτελεσματικότητά του, δημιουργώντας ασάφεια και σύγχυση,  και θα μετατρέψει ένα ζωντανό και υγιή οργανισμό σε ένα δυσκίνητο φορέα, αποκομμένο από τις ανάγκες αλλά και την υποστήριξη της ελληνικής  κοινωνίας.

Το ΚΕΘΕΑ μέχρι σήμερα δεν έχει δημιουργήσει χρέη και η μεταφορά σε αυτό των ελλειμμάτων από άλλους οργανισμούς, σε συνδυασμό με την υποχρηματοδότηση, θα το οδηγήσουν σε αδιέξοδο.

Η διακριτική μέχρι σήμερα μεταχείριση εις βάρος του ΚΕΘΕΑ, που δημιουργεί αβεβαιότητα και ανασφάλεια στα μέλη, τους γονείς και τους εργαζόμενους, έχει οικονομικό και κοινωνικό κόστος,  υποσκάπτει το κράτος πρόνοιας και θα έχει πολύ αρνητικές συνέπειες για τους εξαρτημένους, τις οικογένειές τους και την ελληνική κοινωνία στο σύνολό της, περιορίζοντας την ελπίδα και τη δυνατότητα για απεξάρτηση και κοινωνική ένταξη.