Αντίθετα με τις συνηθισμένες συμβουλές περί συνεχούς ανάπαυσης, αν κανείς έχει πόνο στην μέση του, μια νέα σουηδική επιστημονική έρευνα συμβουλεύει κίνηση και ενεργητικότητα, στο βαθμό του δυνατού, ως αποτελεσματικότερη στρατηγική για το ξεπέρασμα του προβλήματος και κυρίως για να μην βουλιάξει κανείς στην κατάθλιψη.

Οι ερευνητές της Ακαδημίας Σαλγκρένσκα του πανεπιστημίου του Γκέτενμποργκ, με επικεφαλής την Ολάγια Κοντρέρας του Τμήματος Ορθοπεδικής, που δημοσίευσαν τη σχετική μελέτη στο ιατρικό περιοδικό για θέματα πόνου Clinical Journal of Pain, έκαναν δοκιμές με ασθενείς που υπέφεραν από σοβαρό οξύ πόνο στο κάτω μέρος της μέσης τους, τους οποίους χώρισαν σε δύο ομάδες.

Από τα μέλη της μίας ομάδας ζητήθηκε να παραμείνουν σωματικά ενεργοί και κινητικοί παρά τον πόνο τους και από την άλλη ομάδα να προσαρμόσουν τη δραστηριότητά τους ανάλογα με τον πόνο, με άλλα λόγια να αναπαυτούν κατά βούληση.

Όπως διαπιστώθηκε, η κατάσταση της μέσης όσων παρέμειναν σωματικά ενεργοί, παρά τον πόνο, βελτιώθηκε ταχύτερα και πιο αποτελεσματικά σε σχέση με όσους…άραξαν. Οι ασθενείς και των δύο ομάδων κράτησαν αναλυτικό ημερολόγιο επί επτά μέρες, καταγράφοντας τις δραστηριότητές τους και την εξέλιξη του πόνου τους, αλλά και της ψυχικής διάθεσής τους (συμπτώματα άγχους, κατάθλιψης κ.α.).

Παρόλο που ένιωθαν περισσότερο πόνο την ώρα που έκαναν διάφορες δραστηριότητες, οι πιο κινητικοί ασθενείς ανένηψαν πιο γρήγορα από το πρόβλημά τους και ένιωθαν λιγότερη κατάθλιψη. Η άλλη κατηγορία, που εξαρχής ήσαν σε φάση ανάπαυσης και της μικρότερης δυνατής κινητικότητας, είχαν ελαφρώς χειρότερη ψυχική διάθεση και έγιναν καλά σε μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.

"Αν κανείς υποφέρει από οξύ πόνο στην μέση του, θα έπρεπε να προσπαθήσει να παραμείνει ενεργός όσο είναι δυνατό και να συνεχίσει τη ρουτίνα των καθημερινών δραστηριοτήτων του στο μέτρο του εφικτού. Αν δεν υπάρχει συνεχής κίνηση, είναι εύκολο να παγιδευτεί κανείς σε ένα καθοδικό σπιράλ, όπου η αδράνεια, σε συνδυασμό με τον πόνο, είναι πιθανό -στο χειρότερο σενάριο- να μετατραπεί σε μακρόχρονη αδυναμία και σε ανικανότητα εργασίας, πράγμα που τροφοδοτεί περαιτέρω την κατάθλιψη και τον πόνο", όπως είπε η Κοντρέρας.

Ακόμα, όπως ανέφερε, οι γιατροί πρέπει να αναζητούν πάντα τις υποκείμενες ψυχο-κοινωνικές αιτίες των προβλημάτων πόνου στην μέση των ασθενών, ώστε να ενθαρρύνουν τους ασθενείς να αναλάβουν πιο ενεργό και υπεύθυνο ρόλο κατά την θεραπεία, αντί να καταφεύγουν στην παθητική αναμονή μέχρι να γίνουν καλά.

Οι πόνοι στην μέση είναι ευρέως διαδεδομένοι στον πληθυσμό και πλήττουν έως το 80% των εργαζομένων κάποια στιγμή στη ζωή τους, αν και οι περισσότεροι βελτιώνονται στην πορεία ή το πρόβλημα είναι παροδικό. Για μερικούς όμως οι πόνοι είναι επαναλαμβανόμενοι και εξελίσσονται σε χρόνιο πρόβλημα. Στο 85 - 90% των περιπτώσεων ο πόνος δεν μπορεί να αποδοθεί σε συγκεκριμένη ασθένεια ή τραυματισμό.